ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο Αλέξανδρος Βέλιος ζήτησε από φίλο του να του κάνει τη μοιραία ένεση -Η συγκλονιστική περιγραφή του

Συγκλονίζουν οι αφηγήσεις του Δημήτρη Αλικάκου, στενού φίλου του Αλέξανδρου Βέλιου, για τις τελευταίες ώρες που έζησαν μαζί.

«Στις 30 του μηνός γιορτάζω, θέλω να αποχαιρετήσω τους φίλους μου. Στις 31 θα μπω νοσοκομείο και στις 4 Σεπτεμβρίου θα κλείσω το μάτι στο γιατρό. Όρμα!», του είπε o Aλέξανδρος Βέλιος.

Αυτό είναι το συγκλονιστικό βίντεο που δημοσιεύει το protagon.gr και δείχνει τον Αλέξανδρο Βέλιο να ανακοινώνει την κηδεία του:

Ο Δημήτρης Αλικάκος με κείμενό του στο protagon.gr πιάνει την ιστορία από την αρχή. Την αρρώστια, τους πόνους, το νοσοκομείο, τη μεγάλη απόφαση, την «υποβοηθούμενη ευθανασία», την ένεση. Ακολουθεί απόσπασμα από το κείμενο του Δημήτρη Αλικάκου στο protagon.gr που αφορά στις τελευταίες ώρες του Αλέξανδρου Βέλιου:

 

To xρονικό του τέλους

 

Στις 30 Αυγούστου το κινητό του «άναψε» για τα «χρόνια πολλά». «Με ρωτούσαν οι φίλοι τι να μου ευχηθούν, κι εγώ τους απαντούσα “καλά στέφανα”».

Στις 31 Αυγούστου μπήκε στο νοσοκομείο, όπως το είχε (είχαν) σχεδιάσει. Δωμάτιο 308. Μια νοσοκόμα προσπάθησε να τον βοηθήσει να ξαπλώσει στο κρεβάτι. «Δεν είμαι ανήμπορος καλή μου κοπέλα, ετοιμοθάνατος είμαι». Μόλις τελείωσαν τα πέρα δώθε του προσωπικού μείναμε για λίγο μόνοι. «Θέλω κόσμο στην κηδεία μου την Τετάρτη».

Αργά το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο. Ξαφνιάστηκα. «Συμβαίνει κάτι;». «Ο γιατρός δείχνει φοβισμένος. Θα σου πω οριστικά αύριο».

Την επόμενη μέρα, πρώτη του μήνα, η (πρώτη) εμπλοκή επιβεβαιώθηκε επίσημα. Ο γιατρός «το ξανασκέφτηκε» και ανακοίνωσε στον Αλέξανδρο ότι στο νοσοκομείο δεν μπορεί να γίνει αυτό που θέλει… (Λογικό, αλλά τότε γιατί του είπε να πάει εκεί;)

Το μεσημέρι με πήρε τηλέφωνο. «Θα πάρω εξιτήριο το Σάββατο και την Κυριακή τελειώνουν όλα». «Πώς; Με ποιον τρόπο;». Μου περιέγραψε τα πάντα.

 

Ο Αλέξανδρος Βέλιος στο σαλόνι του σπιτιού του με τον Δημήτρη Αλικάκο

 

Η ένεση

 

Στις 2 του μηνός, είχε πολλές επισκέψεις στο δωμάτιό του. Τρεις γνωστοί του δημοσιογράφοι είχαν ραντεβού μαζί του στις 12 το μεσημέρι. «Ελα πιο νωρίς εσύ». Τον είδα για δέκα λεπτά λίγο μετά τις 11. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έβγαινε ο γιατρός. Δεν με είδε. «Α καλώς τον! Για σένα μιλούσαμε». «Για μένα;». Μπήκε στην τουαλέτα για να πλυθεί. Από εκεί τον άκουσα να μου λέει: «Τελικά εσύ θα το κάνεις». Γέλασα. «Και γιατί να μην το κάνω, αλλά ποιο;». «Την ένεση». Σιωπή. «Ξέρεις να κάνεις ένεση;». Σιωπή. Βγήκε από το λουτρό και με αργές κινήσεις κάθισε σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Εκεί ξεκίνησε ο μονόλογος: «Αύριο παίρνω εξιτήριο. Την Κυριακή θα έρθει ο γιατρός να μου φέρει τη σύριγγα. Θα έρθεις κι εσύ. Δεν χρειάζεται να μου κάνεις ένεση, πλάκα έκανα, θα σου δείξει απλώς πώς να την κουμπώσεις στην “πεταλούδα” που έχω στο στήθος μου. Μετά θα πατήσεις την ένεση. Και φύγε αμέσως. Δικός μου άνθρωπος θα ειδοποιήσει το γιατρό να έρθει για να πιστοποιήσει το θάνατο, και βέβαια το γραφείο τελετών». Δεν μπορεί, δεν το ζω αυτό, σκέφτηκα. Κατάλαβα αμέσως ότι βρίσκεται σε τεράστιο αδιέξοδο. Άλλαξα κουβέντα. Τον ρώτησα πως αισθάνεται και αν πονάει. Μου είπε πως δεν πονούσε και πως ο χώρος του νοσοκομείου έκανε καλό στην ψυχολογία του. «Καλώς, θα τα πούμε το απόγευμα».

Στις 8.01 με πήρε τηλέφωνο. «Συμφωνήσαμε με τα παιδιά (τους τρεις δημοσιογράφους) να κάνω μια δήλωση για την ευθανασία, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο. Πώς βλέπεις την ιδέα;». «Πολύ καλή!». «Δεν φέρνεις εκείνη την καμερούλα να τα πω εκεί την Κυριακή;». «Και βέβαια, αλλά γιατί την Κυριακή; Καλύτερα Σάββατο». «Εντάξει Σάββατο, αλλά αργά, κατά τις εννιάμισι, γιατί θα βγω από το νοσοκομείο και μετά θα έχω κάποιες συναντήσεις». «Έγινε, εννιάμισι».

Αργά το απόγευμα του Σαββάτου πήρε εξιτήριο. Πριν, τον επισκέφτηκαν κάμποσοι φίλοι και τον αποχαιρέτησαν. Πολλοί από αυτούς κλαίγοντας. «Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό». Στις 9.30 χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε ένα γλυκύτατο πλάσμα. Η εξάχρονη κορούλα του. Εκείνος καθόταν στο γραφείο του. «Έλα να σου δείξω τι θέλω να πω». Μου διάβασε λίγες γραμμές από ένα χειρόγραφο κείμενο. «Δεν έχει νόημα Αλέξανδρε, τα έχεις πει όλα, επαναλαμβάνεσαι». «Συμφωνώ, απλώς ήθελα να μου το επιβεβαιώσεις». Σηκώθηκε, με μεγαλύτερη δυσκολία από κάθε άλλη φορά, και κάθισε απέναντί μου. «Είσαι ένας από τους λίγους ανθρώπους που σε λίγο θα γνωρίζουν τα πάντα. Το τελικό πια σχέδιο. Είναι δικαίωμά σου να παραδεχθείς ότι γνώριζες ή όχι. Αύριο θα πεθάνω. Όχι ακριβώς όπως θα ήθελα, δηλαδή με ευθανασία, αλλά με ΜΗ υποβοηθούμενη ευθανασία. Δηλαδή –για να μην μασάω τα λόγια μου- θα αυτοκτονήσω. Θες να σου διαβάσω την στερνή ανακοίνωσή μου; Άνοιξε την καμερούλα σου».

Διαβάστε τη συνέχεια του συγκλονιστικού άρθρου του Δημήτρη Αλικάκου για τις τελευταίες ώρες του Αλέξανδρου Βέλιου στο protagon.gr.