Πολιτικό χαρακτήρισε το πρόβλημα ο περιφερειάρχης Δημήτρης Κουρέτας που ανακοίνωσε νέους σταθμούς σε Αγριά και Αλμυρό αλλά και μοντέλο πρόγνωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης
Σε μείωση των ανώτατων ορίων συγκεντρώσεων αιωρούμενων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα αλλά και του αριθμού των ημερήσιων υπερβάσεων καθώς και των μέσων ετήσιων όρων, προχωρά η Περιφέρεια Θεσσαλίας σε εφαρμογή της νέας Κοινοτικής Οδηγίας και πριν αυτή ενσωματωθεί στο Εθνικό Δίκαιο, χωρίς όμως… να έχει καταφέρει να επιτύχει τους στόχους της ισχύουσας οδηγίας για την ατμοσφαιρική ρύπανση και χωρίς, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Δημήτρης Κουρέτας, να μπορεί να λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου, που πλήττει όχι μόνο τον Βόλο, αλλά και τη Λάρισα, την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα, τους χειμερινούς μήνες οπότε γίνονται καύσεις στερεών για τις ανάγκες θέρμανσης των νοικοκυριών.
Ο κ. Κουρέτας χαρακτήρισε το πρόβλημα πολιτικό και ως τέτοιο ζήτησε να αντιμετωπιστεί. «Ρόλος μας είναι να μετράμε. Εμείς δεν μπορούμε να πάρουμε μέτρα», είπε χαρακτηριστικά σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο κ. Κουρέτας, πριν από λίγη ώρα στα γραφεία της Περιφέρειας Θεσσαλίας για να ανακοινώσει ότι θα ζητήσει από το Υπουργείο Ενέργειας να υιοθετήσει πρόταση της Περιφέρειας για την παροχή φθηνότερου ηλεκτρικού ρεύματος τους χειμερινούς μήνες στους οικονομικά ευάλωτους συγκεκριμένων περιοχών αλλά και για ενθάρρυνση της συμμετοχής των πολιτών σε κοινωνικές ομάδες χρήσης των ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας).
Ο ίδιος έκανε γνωστό ότι τέλος Ιουλίου πρόκειται να συναντηθεί εκ νέου με φορείς με τους οποίους ήρθε σε συμφωνία τον περασμένο Ιούλιο για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων και την ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων που θα μετριάσουν το πρόβλημα της επιβάρυνσης της ατμόσφαιρας, χωρίς να διευκρινιστούν ποια είναι τα μέτρα αυτά.
Ο κ. Κουρέτας έδωσε τη συνέντευξη Τύπου, σε χρόνο «ουδέτερο», όπως τον χαρακτήρισε για να δώσει όπως είπε το περιθώριο στο Υπουργείο να εξετάσει τις προτάσεις της περιφέρειας για την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην περιοχή της Θεσσαλίας.
Όπως έκανε γνωστό, λειτουργούν πλήρως και οι οκτώ σταθμοί εκ των οποίων οι τρεις στον Βόλο, τρεις στη Λάρισα και από ένας σε Τρίκαλα και Καρδίτσα, καθώς και οι 38 αναλυτές μετρήσεων. Ανακοίνωσε την επιπλέον λειτουργία οκτώ νέων σταθμών, σε μικρότερες πόλεις της Θεσσαλίας, εκ των οποίων οι δύο στη Μαγνησία, που θα εγκατασταθούν σε Αλμυρό και Αγριά. «Στόχος μας είναι να αποκτήσουμε την εικόνα της υπαίθρου ιδίως την περίοδο της μεγάλης έξαρσης του φαινομένου (σ.σ. τη χειμερινή), οπότε και εξαιτίας της καύσης στερεών για τη θέρμανση, αυξάνονται οι ρύποι. Επιπλέον θα καταγράψουμε και ειδικά προβλήματα σε περιοχές από λειτουργίες βιομηχανιών ή εκκοκκιστηρίων», ανέφερε. Μίλησε για σταθμούς ευέλικτους οι οποίοι θα μπορούν να αλλάζουν και θέση, να τοποθετούνται δηλαδή ανά διαστήματα και σε άλλες περιοχές.
Τέλος, ανακοίνωσε την άμεση έναρξη, εντός του τρέχοντος έτους, προγνωστικού μοντέλου για την ατμοσφαιρική ρύπανση με βάση το οποίο θα ενημερώνονται τόσο οι φορείς για περιορισμό των οχλουσών δραστηριοτήτων, όσο και οι ευάλωτοι πολίτες για μείωση της έκθεσής τους στην ατμόσφαιρα.
Μάλιστα, μολονότι όπως παραδέχθηκε το πρόβλημα στη Θεσσαλία δεν έχει αντιμετωπιστεί με βάση τα όρια της ισχύουσας νομοθεσίας, η Περιφέρεια θα προχωρήσει νωρίτερα στην εφαρμογή της νέας Κοινοτικής Οδηγίας η οποία προβλέπεται να ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο τον Δεκέμβριο του 2030. Η νέα κοινοτική οδηγία προβλέπει για τα ΡM25 συγκεντρώσεις 25μgr/m3 έως 18 φορές τον χρόνο και ανώτατη μέση ετήσια τιμή τα 10μgr/m3. Σήμερα, το όριο είναι 25μgr/m3 η μέση ετήσια τιμή.
Για τα ΡΜ10 που σήμερα το όριο είναι τα 50μgr/m3 σε ημερήσια βάση, έως 35 υπερβάσεις των ημερήσιων ανώτατων ορίων τον χρόνο και μέση ετήσια τιμή τα 40μgr/m3, η νέα οδηγία προβλέπει 45μgr/m3 σε ημερήσια βάση, έως 18 υπερβάσεις των ημερήσιων ανώτατων ορίων τον χρόνο και μέση ετήσια τιμή τα 20μgr/m3.
«Το πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που κυρίως απασχολεί τους χειμερινούς μήνες είναι κατά κύριο λόγο πολιτικό. Η αιθαλομίχλη εμφανίστηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης που οι πολίτες δεν μπορούσαν οικονομικά να στραφούν σε πιο φιλικές μορφές θέρμανσης», έθεσε το ζήτημα σε πολιτική βάση ο κ. Κουρέτας ζητώντας φθηνότερες τιμές ηλεκτρικού ρεύματος για τη θέρμανση των νοικοκυριών.













