Ψυχαγωγία

Ντέμι Μουρ: Γιατί δεν είπα «όχι» για τρίο στο κρεβάτι

Καθώς η αυτοβιογραφική της διήγηση διανύει τις τελευταίες σελίδες, η Ντέμι Μουρ αποπειράται μια σύντομη ανασκόπηση ολόκληρης της ζωής της. «Πώς έφτασα ως εδώ;» αναρωτιέται, στα 57 της χρόνια πλέον, η πάλα ποτέ μελαχρινή σεξοβόμβα. Εννοώντας «πώς κατάντησα έτσι;». Η Ντέμι φαίνεται να πιστεύει πως, με όλη τη σοφή αυτογνωσία που έχει αποκτήσει με τα χρόνια, η υπαρξιακή της απορία μπορεί επιτέλους να απαντηθεί. Γι’ αυτό και τη θέτει άλλωστε. Είναι η ίδια που επί δεκαετίες τακτικά πρωταγωνιστούσε σε σκάνδαλα με τις επαγγελματικές και τις προσωπικές της επιλογές. Είναι η Ντέμι που το 1991 πόζαρε γυμνή και σε προχωρημένη εγκυμοσύνη για το εξώφυλλο του «Vanity Fair» και η οποία στα 40 της ανέλαβε να γίνει η αρχέτυπη «κούγκαρ», επιλέγοντας ως εραστή και σύζυγο τον 25χρονο γόη Αστον Κούτσερ. Και κάπου ενδιάμεσα θυμήθηκε ότι η μητέρα της την εξέδιδε ως ανήλικη για 500 δολάρια.

Το βιβλίο της Ντέμι Μουρ τιτλοφορείται «Το μέσα έξω» («Inside out», κάτι σαν «Ολα στη φόρα» ή «Ιδού τα εσώψυχά μου» κ.λπ.) και ήδη από τις πρώτες ώρες της κυκλοφορίας του μονοπωλεί το ενδιαφέρον στους κύκλους της χολιγουντιανής σόουμπιζ. Φυσικά, απασχολεί ευρύτερα σχεδόν ολόκληρο τον πλανήτη. Και όχι άδικα. Μολονότι δεν διετέλεσε ποτέ πρωτοκλασάτη ηθοποιός ως προς την ποιότητα της φιλμογραφίας, τις βραβεύσεις ή και απλώς τις επιδόσεις της στην υποκριτική, αν μη τι άλλο, υπήρξε η πιο ακριβοπληρωμένη. Προκειμένου να αποσπάσουν την υπογραφή της στο συμβόλαιο για το «Στριπτίζ», οι παραγωγοί αυτής της σχεδόν καλτ ταινίας δεν δίστασαν να χρυσώσουν την Ντέμι. Το 1996 πήρε πάνω από 12 εκατ. δολάρια για να πετάξει τα ρούχα της και να διεγείρει κάθε σαρκική φαντασίωση στο ανδρικό σύμπαν.

Η Ντέμι Μουρ διέθετε ανέκαθεν το χάρισμα να προκαλεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Κατά συνέπεια, ο βίος και η πολιτεία της θα μπορούσαν να γίνουν από μόνα τους ταινία, καθώς περιλαμβάνουν όλα τα επιμέρους συστατικά που απαιτεί η βιομηχανία του θεάματος: απαίσια παιδικά χρόνια και τρομερά προβληματικές σχέσεις με τους γονείς της. Ο πατέρας της αυτοκτόνησε και η μαμά της, μετά από καταχρήσεις και ιλιγγιώδεις περιπέτειες κάθε είδους, πέθανε από καρκίνο στα χέρια της. Κατρακύλα στον αλκοολισμό, στη βουλιμία ή την ανορεξία, μακροβούτια στην κόκα. Ανέλπιστη επιτυχία και εξωφρενικός πλουτισμός. Τρεις γάμοι, οι δύο με άντρες οι οποίοι ήταν σούπερ σταρ από μόνοι τους. Τρία παιδιά, μία επώδυνη αποβολή σε προχωρημένη ηλικία. Προσηλυτισμός στην πίστη της Καμπάλα αλά Μαντόνα. Και βέβαια, σεξ ατελείωτο και συχνά απελπισμένο, ανακατεμένο με την ανασφάλεια μιας γυναίκας που ήξερε ότι οι άντρες την ποθούν κολασμένα, μόνο όμως μέχρι τη μοιραία και κάπως προδιαγεγραμμένη στιγμή που θα την απατήσουν και θα την εγκαταλείψουν.

Δικαίως λοιπόν διερωτάται «πώς έφτασα ως εδώ;». Πώς το βασανιστικά σέξι ίνδαλμα των 80s-90s κατέληξε εν έτει 2019 να δηλώνει παντρεμένη με έναν γκέι, δηλώνοντας εμμέσως ότι ο κύκλος της ως γυναίκας έχει κλείσει; Πώς χρεοκόπησε ο ακατάβλητος ερωτισμός της, πώς πάγωσε το ηφαίστειο, γιατί κατέβασαν ρολά οι πόθοι – οι δικοί της και των άλλων; Πέρα από το αυτονόητο γήρας, η εξήγηση που προτείνει η ίδια για όλα αυτά έχει να κάνει με το σύνολο της πορείας της. Ξεκίνησε από το Ρόσγουελ του Νέου Μεξικού σαν κοριτσάκι με πρόωρη ανάπτυξη. Ακολούθησε τους αλλοπρόσαλλους γονείς της και ιδιαίτερα τη μητέρα της, σε έναν νομαδικό βίο ανά τις ΗΠΑ, έως ότου βρεθεί στο Χόλιγουντ μέσω του μόντελινγκ. Παντρεύτηκε και χώρισε με τον Μπρους Γουίλις και τον Αστον Κούτσερ – με τον δεύτερο να της αφήνει βαριά συναισθηματικά τραύματα, αφού η Ντέμι τον θεωρούσε ιδανικό άντρα. Στη σημερινή της εκδοχή, η Ντέμι Μουρ είναι μια ώριμη ακτιβίστρια ενάντια στην εκμετάλλευση και την κακοποίηση των παιδιών κ.λπ.

Ο Αστον και το τριολέ

«Ηθελα πολύ να πάει καλά αυτός ο γάμος», γράφει η Ντέμι για την περίοδο 2005-2013 που υπήρξε σύζυγος του Αστον Κούτσερ. «Ημουν διατεθειμένη να κάνω τα πάντα για να σώσω τη σχέση μας. Να υπερπηδήσω κάθε εμπόδιο. Οπότε, όταν εκείνος μίλησε ανοιχτά για τη φαντασίωσή του, δηλαδή να φέρει ένα τρίτο άτομο στο κρεβάτι μας, δεν του είπα «όχι». Ηθελα να του δείξω πόσο σπουδαία και άνετη θα μπορούσα να γίνω. Ανοίξαμε τη σχέση μας σε δύο συγκεκριμένα άτομα. Ακόμη και σήμερα ξέρω ότι μπορώ να αναζητήσω αυτά τα πρόσωπα, είναι φίλοι μου. Το ένα από αυτά έχει παντρευτεί και έχει παιδί. Ηταν καλοί άνθρωποι, το όλο πράγμα όμως ήταν ένα σφάλμα».

moore
Το τριο με τον Κούτσερ: «Ημουν διατεθειμένη να κάνω τα πάντα για να σώσω τη σχέση μας», λέει στο βιβλίο της η Ντέμι Μουρ. «Οπότε, όταν εκείνος μίλησε ανοιχτά για τη φαντασίωσή του, δηλαδή να φέρει ένα τρίτο άτομο στο κρεβάτι μας, δεν του είπα «όχι»
Πολύπειρη ερωτικά η Ντέμι, ορμητικός και ευφάνταστος ο Αστον. Από σεξουαλικής πλευράς η αυτοβιογραφία της δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρεξήγησης: «Στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου με πήγε στο Μεξικό για μια ρομαντική μονοήμερη εκδρομή», γράφει. Και περιγράφει περαιτέρω ότι «τον διάδρομο ανάμεσα στη σουίτα μας και την μπανιέρα που φωτιζόταν από κεράκια, ο Αστον είχε φροντίσει να τον στρώσει με ροδοπέταλα. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που κάναμε κάτι σαν διακοπές οι δυο μας. Του δώσαμε και κατάλαβε. Κάναμε μασάζ για ζευγάρια και διαβάζαμε βιβλία στην παραλία κάτω από μια ομπρέλα. Ομως, την περισσότερη ώρα ήμασταν απλώς στο κρεβάτι γυμνοί».

Εξ όσων μπορεί να καταλάβει κάποιος από την ανάγνωση του «Inside out», η Ντέμι ποτέ δεν ξεπέρασε την προδοσία του Κούτσερ. Εκείνη είχε επενδύσει τα πάντα σε αυτόν, και εκείνος αποδείχθηκε εντελώς αφερέγγυος, ανάξιος της εμπιστοσύνης και του έρωτά της. Από το βιβλίο είναι σαφές ότι ουδέποτε τον ξεπέρασε, εν αντιθέσει με εκείνον που πλέον έχει δημιουργήσει τη δική του οικογένεια με τη Μίλα Κούνις. Εξυπακούεται ότι η Ντέμι χρεώνει στον Αστον την ψυχική της κατάρρευση: «Σε ένα πάρτυ που κάναμε στο σπίτι μου τον Ιανουάριο του 2012 με διάφορους φίλους, εγώ έκανα ό,τι και οι υπόλοιποι. Ρούφηξα αέριο γέλιου, κάπνισα ένα είδος τεχνητού μπάφου -δηλαδή τίποτα φοβερό. Ούτε έχασα την αίσθηση της πραγματικότητας, ούτε πήρα υπερβολική δόση από οτιδήποτε. Απλώς ο οργανισμός μου αντέδρασε παράξενα. Εμεινα κόκαλο, κάτι που ίσως δεν είναι ασυνήθιστο για ανθρώπους που δοκιμάζουν τέτοιου είδους ουσίες.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο όμως, εάν το μυαλό μου ήταν στη θέση του, θα έκανα ποτέ χρήση ναρκωτικών μπροστά στα παιδιά μου; Φυσικά και όχι. Η Ρούμερ, η κόρη μου, τρομοκρατήθηκε όταν με είδε ημιλιπόθυμη πεσμένη στο πάτωμα. Πίστεψε ότι θα πέθαινα εκεί, μπροστά στα μάτια της. Τρελάθηκε από τον φόβο. Και μετά από αυτό το βράδυ, εκείνη και οι μικρότερες αδελφές της αποφάσισαν όλες μαζί να μη μου ξαναμιλήσουν».

Δύο άντρες και μισή παρθενιά

Ανάμεσα στα πιο ελαφρά περιστατικά που περιλαμβάνει στη διήγησή της η Ντέμι Μουρ, αναφέρεται και σε κάτι που συνέβη το 1984. Ηταν τότε 22 ετών και φυσικά έκανε τα νηπιακά της βήματα στη σόουμπιζ. Μόλις στην 4η κινηματογραφική της εμφάνιση, κλήθηκε να συμπρωταγωνιστήσει με έναν ακόμη πιο νεαρό ηθοποιό, τον Τζον Κράιερ. Ο οποίος, ακριβώς όπως συνέβη στον χαρακτήρα που υποδυόταν στην ταινία «Οσο θα υπάρχει αγάπη», ερωτεύτηκε σφόδρα την Ντέμι. Και εκείνη ανταποκρίθηκε με θέρμη και πάθος. Οπως αποκαλύπτει η ίδια, «ο Τζον έχασε την παρθενιά του μαζί μου κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Σήμερα πλέον με ενοχλεί όταν αναλογίζομαι πόσο αδιάφορη ήμουν για τα δικά του συναισθήματα. Του έκλεψα αυτό που θα μπορούσε να είναι για εκείνον μια πολύ σημαντική και όμορφη στιγμή.

Αλλά τότε έχανα τον έλεγχο και σε καμία περίπτωση δεν ήμουν σε θέση να ενδιαφερθώ για τα συναισθήματα κάποιου άλλου». Προς αποκατάσταση της αλήθειας και των εντυπώσεων, ο Κράιερ έσπευσε να καθησυχάσει τις ενοχές της, δηλώνοντας ότι δεν ήταν εκείνη η πρώτη γυναίκα με την οποία έκανε έρωτα. «Την παρθενιά μου την έχασα στο σχολείο», είπε ο Κράιερ, ο οποίος έγινε σταρ χάρη στην εξαιρετικά επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά «Δύο και κάτι άνδρες». Οπου βέβαια του έτυχε να συμπρωταγωνιστήσει για μια περίοδο και με τον Αστον Κούτσερ.

moor1
Πάντα φίλοι με τον Γουίλις: Με τον Μπρους Γουίλις έμειναν παντρεμένοι 13 χρόνια και έκαναν τρία παιδιά. Παραμένουν καλοί φίλοι, μάλιστα ο Γουίλις ήταν παρών στον γάμο της Ντέμι με τον Κούτσερ

Μια άλλη πικάντικη ιστορία συνέβη το 1993. Στα 31 της χρόνια η Ντέμι έθεσε εαυτήν υπό τις εντολές του Αντριαν Λιν, του σκηνοθέτη ταινιών όπως οι «9 1/2 Εβδομάδες», «Ολέθρια Σχέση» κ.λπ. – δηλαδή ταινιών που επαναπροσδιόρισαν τον ακραίο αισθησιασμό. Η Γκλεν Κλόουζ προειδοποίησε την Ντέμι ότι η φήμη του δημιουργού σοφτ πορνό που συνόδευε τον Λιν δεν ήταν καθόλου αβάσιμη. Η Μουρ το διαπίστωσε αυτό αμέσως μόλις άρχισαν τα γυρίσματα των ερωτικών σκηνών για το φιλμ «Ανήθικη Πρόταση», στην οποία πρωταγωνιστούσε δίπλα στον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τον Γούντι Χάρελσον. «Η Γκλεν μού μίλησε για τις παραξενιές του Αντριαν Λιν, ότι την ώρα που εκείνη υποτίθεται πως πηδιόταν σαν τρελή με τον Μάικλ Ντάγκλας στο ρετιρέ της “Μοιραίας Σχέσης”, ο σκηνοθέτης ούρλιαζε σαν τρελός. Ολη την ώρα παρακινούσε τους ηθοποιούς με χυδαία βρομόλογα.

Η Γκλεν δεν υπερέβαλε. Ο Αντριαν Λιν είναι στ’ αλήθεια ηδονοβλεψίας, κάτι που εν μέρει εξηγεί γιατί οι ταινίες του είναι τόσο ενδιαφέρουσες και δυνατές. Αλλά στα γυρίσματα ξεφεύγει. Δεν είχε σταματήσει να μας μιλάει -δηλαδή να γκαρίζει!- κατά τη διάρκεια των τολμηρών σκηνών. “Γαμάτο! Μου σηκώθηκε!” φώναζε. “Ντέμι, έλα, άρπαξε το πουλί του!” και τέτοια. Στην αρχή μού είχε φανεί πολύ περίεργο να έχεις έναν μακρυμάλλη τύπο, σαν Βρετανό ροκά, να κραυγάζει ότι του σηκώθηκε. Αλλά άπαξ και το συνήθισα, είδα την καλή πλευρά. Επειδή ο Αντριαν είχε αυτή τη συμπεριφορά, η προσοχή μετατοπίστηκε από τη δική μου αμηχανία, ακριβώς επειδή εκείνος ήταν τόσο υπερβολικός».

Αμάρτησα για το στριπτίζ μου

Το 1996, παντρεμένη με τον Μπρους Γουίλις και ήδη μητέρα τριών παιδιών, έκανε επιτόπια έρευνα για τον επόμενο ρόλο που θα σημάδευε την καριέρα της. Γύριζε από στριπτιζάδικο σε στριπτιζάδικο προκειμένου να κατανοήσει σε βάθος τη νοοτροπία και την ψυχοσύνθεση των κοριτσιών που γδύνονται επί σκηνής προς τέρψιν των ανδρών που τις παρακολουθούν λαίμαργα. Προς μεγάλη της έκπληξη, λέει ότι έμαθε πως κάποιες στριπτιζέζ έκαναν αυτή τη δουλειά για να αγοράζουν ναρκωτικά, υπήρχαν όμως και αρκετές που συντηρούσαν τις οικογένειές τους.

Σε αυτές η Ντέμι είδε ένα κομμάτι του εαυτού της: «Θα έκανα τα πάντα για να φροντίσω τις τρεις κόρες μου. Ενιωθα μια σχεδόν πρωτόγονη ανάγκη να τις προστατεύσω. Θα σκοτωνόμουν, θα λήστευα τράπεζες για χάρη τους – τα πάντα. Αυτό σκέφτηκα όταν διάβασα το σενάριο που είχε βασιστεί στο βιβλίο “Στριπτίζ” του Καρλ Χίααζεν. Δεν μπορώ να φανταστώ πολλές καταστάσεις που θα με έφερναν σε πιο δύσκολη θέση από το να πετάω όλα μου τα ρούχα, να αφήνω το κορμί και τη σεξουαλικότητά μου εκτεθειμένη κάθε βράδυ μπροστά σε αγνώστους. Κι όμως θα το έκανα και αυτό χωρίς κανένα δισταγμό εάν έπρεπε να θρέψω τα παιδιά μου.

moor3
12 εκατ. για το «Στριπτίζ» «Μου έδωσαν πολλά για τον ρόλο μου στο «Στριπτίζ»: Πάνω από 12 εκατ. δολάρια. Από τη μια στιγμή στην άλλη έγινα η πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιός του Χόλιγουντ. Και ίσως γι’ αυτό στοχοποιήθηκα με τόσο μίσος. Εντάξει, χόρευα πάνω σε έναν στύλο φορώντας μόνο στρινγκ. Οπότε με κατηγόρησαν ότι είμαι επιδειξιμανής. Αλλά οι ασχήμιες που ειπώθηκαν γι’ αυτή την ταινία μου φάνηκε πως ξεπήδησαν από γνήσια κακία και μισογυνισμό»

Οπως το έκανε η ηρωίδα της ταινίας, η Εριν Γκραντ. Προηγουμένως ήταν γραμματέας στο FBI και όταν έχασε τη δουλειά της και δεν είχε πλέον λεφτά, έχασε και την επιμέλεια της κόρης της. Η Εριν γίνεται χορεύτρια σε στριπτιζάδικο επειδή ξέρει ότι αυτός ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος να κερδίσει όσα λεφτά χρειαζόταν για να πάρει πίσω το παιδί της. Και μια και μιλάμε για χρήματα, μου έδωσαν πολλά για τον ρόλο μου στο “Στριπτίζ”: Πάνω από 12 εκατ. δολάρια. Καμία γυναίκα στην αμερικανική σόουμπιζ δεν είχε βγάλει ποτέ τόσα λεφτά από μία και μόνη ταινία. Από τη μια στιγμή στην άλλη έγινα η πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιός του Χόλιγουντ. Και ίσως γι’ αυτό στοχοποιήθηκα με τόσο μίσος. Εντάξει, χόρευα πάνω σε έναν στύλο φορώντας μόνο στρινγκ, οπότε με κατηγόρησαν ότι είμαι επιδειξιμανής. Αλλά τα άσχημα πράγματα που ειπώθηκαν γι’ αυτή την ταινία μού φάνηκε πως ξεπήδησαν από γνήσια κακία και μισογυνισμό».

Πόρνη με την ευχή της μαμάς

Ενα από τα πιο αμφιλεγόμενα και πολυσυζητημένα κομμάτια του «Inside οut» είναι αυτό που περιγράφει πώς η μητέρα της Ντέμι ενοικίασε το κορμί της σε έναν μυστηριώδη «χορηγό» αντί 500 ευρώ. Η Μουρ ήταν τότε ανήλικη, μόλις 15 ετών: «Παρά την οικονομική στενότητα που αντιμετώπιζε, πού και πού η μητέρα μου μαζί με τις φίλες της έβγαιναν σε μοδάτα μαγαζιά του Λος Αντζελες, όπως το “Le Dome”. Εκεί ήμασταν ένα βράδυ όταν ένας άντρας, σαραντάρης-πενηντάρης, ήρθε στο δικό μας τραπέζι. Συστήθηκε ως Βαλ Ντιμά. Μας κάλεσε στο δικό του εστιατόριο, το “Mirabelle”.

Ο Βαλ ήταν ψηλός, κομψός, με έναν αέρα ανωτερότητας ή πλούτου -μάλλον και τα δύο- να τον περιβάλλει. Με έβαζε να κάθομαι δίπλα του στη Μερσεντές, με καλούσε για φαγητό στο “Mirabelle”. Κατόπιν με περίμενε έξω από το σχολείο. Στην αρχή δεν προβληματιζόμουν για το τι μπορεί να γυρεύει ένας μεσήλικας που κάνει παρέα με ένα 15χρονο κορίτσι. Ελεγα στον εαυτό μου πως ήταν απλώς φίλος, παρότι υπήρχε κάτι πάνω του που κατά κάποιον τρόπο με ανησυχούσε.

Και τότε, κάποια μέρα γύρισα στο σπίτι από το σχολείο και τον βρήκα να με περιμένει μέσα στο διαμέρισμά μας. Ενιωσα το αίμα να στραγγίζει από όλο μου το σώμα. “Τι κάνεις εσύ εδώ;” τον ρώτησα. “Πού είναι η μαμά μου;”. Εχω διαγράψει από τη μνήμη μου την ακριβή ακολουθία των γεγονότων, όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με το τι συνέβη, έως ότου συνειδητοποίησα πως είμαι παγιδευμένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι με έναν άντρα τρεις φορές μεγαλύτερό μου σε ηλικία και διπλάσιο σε μέγεθος, ο οποίος θα με βίαζε. Επί δεκαετίες αρνιόμουν να το θεωρήσω βιασμό. Πίστευα πως ήταν κάτι που εγώ είχα προκαλέσει, που ήμουν υποχρεωμένη να κάνω, επειδή εκείνος ο άντρας το περίμενε από εμένα. Με τα μυαλά της 15χρονης που είχα τότε, θεωρούσα πως μου άξιζε ό,τι είχα πάθει.

moor2
Με τον Πάτρικ Σουέζι στον «Αόρατο Εραστή»

Την επόμενη εβδομάδα μετά τον βιασμό ήμασταν στη Mercedes του, η μαμά μου κι εγώ. Οταν εκείνη μας άφησε για λίγο μόνους, ο Βαλ γύρισε και με ρώτησε: “Πώς είναι να σε βγάζει στο κλαρί η μάνα σου για 500 δολάρια;”. Τον κοίταξα με ένα βλέμμα κενό. Και εκείνος επανέλαβε την ίδια φράση. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα μάθω εάν η μητέρα μου είχε δεχτεί 500 δολάρια ως αποζημίωση για να δώσει την άδειά της να με πηδήξουν. Ισως ήταν κάτι πολύ πιο μπερδεμένο – ίσως ο Βαλ τής είχε δώσει λεφτά δήθεν σαν βοήθεια, δάνειο ή για το ενοίκιο του σπιτιού μας. Το μόνο που ξέρω είναι ότι η μητέρα μου ανταπέδωσε την ευεργεσία στον Βαλ κάνοντας η ίδια σεξ μαζί του».

Κόκα καμπάνα

Το 1984 η Ντέμι Μουρ για πρώτη ουσιαστικά φορά εμφανίστηκε σε κάποιον σχετικά άξιο αναφοράς ρόλο σε μια παντελώς ανυπόληπτη κωμωδία, την οποία όλοι οι συντελεστές έχουν ή θα ήθελαν να έχουν ξεχάσει. Επρόκειτο για το φιλμ «Για όλα φταίει το Ρίο». Οπως το θέτει η Ντέμι Μουρ, «η ταινία ήταν στην πραγματικότητα η φαντασίωση του πορνόγερου – σήμερα δεν θα γυριζόταν καν. Εκείνη την εποχή όμως φάνταζε ως απολύτως φυσιολογική. Εγώ έπαιζα μια 17χρονη που είχε πάει για διακοπές στο Ρίο ντε Τζανέιρο μαζί με την κολλητή της. Εκείνη ξελόγιαζε τον πατέρα μου ενάντια στη θέλησή του. Τον μπαμπά μου υποδυόταν ο Μάικλ Κέιν κι εγώ είχα τον β’ γυναικείο. Πέραν αυτού, επειδή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στο Ρίο ήμουν μόνη και άγνωστη μεταξύ αγνώστων, είχα την ευκαιρία να πειραματιστώ με το ποια ήθελα στ’ αλήθεια να είμαι. Για μένα αυτό ήταν μια αφύπνιση από πολλές απόψεις, διεύρυνα τους ορίζοντές μου προς το καλύτερο – αν και, δυστυχώς, υπήρχε ένα αντιστάθμισμα: πολλή, πάρα πολλή κοκαΐνη.

Τα ρουθούνια μου κόντεψαν να τρυπήσουν στη Βραζιλία. Είχα κάνει φιλίες με ντόπιους και μου έφερναν πολύ καλό πράμα καθημερινά. Σε εκείνη τη φάση μού φαινόταν ότι δεν υπήρχε άνθρωπος στο Ρίο που να μην κάνει κόκα. Πέρασα κάποιους μήνες ζάχαρη. Ολοι την ώρα κάναμε πάρτυ στο διαμέρισμα που μοιραζόμουν με τον Πίτερ, έναν εικονολήπτη της ταινίας. Πηγαίναμε στην παραλία και εξερευνούσαμε το Ρίο. Ηταν πολύ εύκολο να ξεχάσω ότι ήμουν παντρεμένη (σ.σ.: με τον Φρέντι Μουρ, έναν μουσικό) – μέχρι που κατέληξα με τον Πίτερ στο κρεβάτι. Κατόπιν και οι δυο μας παραδεχτήκαμε ότι αυτό ήταν λάθος».

Το 1985, αν και μόλις 23 ετών, η Ντέμι Μουρ είχε πάρει μια γερή γεύση από τη βιομηχανία του θεάματος από την καλή και από την ανάποδη. Στο σινεμά η καριέρα της ετοιμαζόταν να απογειωθεί, εν αντιθέσει με την τηλεοπτική, η οποία μάλλον είχε τερματιστεί άδοξα όταν ο χαρακτήρας που υποδυόταν στη σειρά «Γενικό Νοσοκομείο» εξαφανίστηκε από το σενάριο. Παράλληλα, είχε πάρει το πρώτο της διαζύγιο. «Ξαφνικά δεν είχα να κάνω κάτι άλλο που να αποσπά την προσοχή μου από εμένα την ίδια. Ξανάρχισα το ποτό. Ηταν πραγματικά μια μαύρη περίοδος για μένα. Αυτό που έδειχνα προς τα έξω ήταν το ίδιο όπως πάντα – μια Ντέμι Μουρ κεφάτη, με αυτοπεποίθηση, παράτολμη. Αγόρασα μια μοτοσικλέτα Kawasaki και κυκλοφορούσα γκαζωμένη στο Λος Αντζελες και, φυσικά, χωρίς κράνος. Δεν είχαν άδεια οδήγησης για μοτοσικλέτα. Το πάθος μου για την κοκαΐνη είχε εξελιχθεί σε εξάρτηση. Και παρόλο που δεν θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου κοκάκια, αυτό ακριβώς είχα καταντήσει».