Για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης ένας 25χρονος στον Βόλο, ο οποίος κατηγορείται για κλοπή, καθώς μετά την αρχική σύλληψή του και την αποχώρησή του από τα δικαστήρια φέρεται να προχώρησε εκ νέου σε νέα κλοπή λίγες μόλις ώρες αργότερα. Ο 25χρονος δικάστηκε στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου για την αφαίρεση τσαντακίου από σταθμευμένο όχημα στο κέντρο της πόλης.
Την Κυριακή 24 Μαΐου, όταν ο 25χρονος φέρεται να εισήλθε από ανασφάλιστο παράθυρο σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφέ – μπαρ) και να αφαίρεσε ηλεκτρονικό υπολογιστή του καταστήματος. Άνδρες της Ομάδας Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας προχώρησαν τότε στη σύλληψή του και τον οδήγησαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων. Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, όπου ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να δικαστεί στις 4 Ιουνίου, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος μέχρι τη δίκη του. Ωστόσο, λίγες ώρες αργότερα συνελήφθη ξανά για τη δεύτερη υπόθεση κλοπής.
Σύμφωνα με την κατάθεση του παθόντα, ο ίδιος είχε αφήσει ανοιχτό το παράθυρο του οχήματος και τα κλειδιά στη μηχανή κατά τη διάρκεια ολιγόλεπτης στάσης του σε φαρμακείο, γεγονός που εκμεταλλεύτηκε ο κατηγορούμενος. Όταν γύρισε το όχημα του συνειδητοποίησε ότι έλειπε το τσαντάκι του από την θέση του συνοδηγού. Άμεσα ενημερώθηκε η αστυνομία και μέσω βιντεοληπτικού υλικού από παρακείμενα καταστήματα, οι αστυνομικοί κατάφεραν να ταυτοποιήσουν τον δράστη και να τον συλλάβουν εκ νέου.
Μάλιστα, ο ίδιος υπέδειξε στους αστυνομικούς το χωράφι όπου είχε πετάξει το τσαντάκι, το οποίο επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του. Κατά την απολογία του στο δικαστήριο, ο 25χρονος υποστήριξε ότι από το τσαντάκι πήρε το ποσό των 115 ευρώ προκειμένου να αγοράσει κάλτσες και εσώρουχα. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο ακροατήριο, στην αρχική του κατάθεση στους αστυνομικούς είχε δηλώσει ότι χρησιμοποίησε τα χρήματα για την αγορά ναρκωτικών ουσιών. Ο ίδιος ανέφερε ακόμη ότι σιτίζεται σε συσσίτιο της εκκλησίας και ότι κοιμάται «όπως βρει», ενώ ισχυρίστηκε πως ζήτησε συγγνώμη από τον παθόντα και πως δεν πρόκειται να επαναλάβει ανάλογη πράξη στο μέλλον.
Από την πλευρά του, ο παθών δήλωσε στο δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Παρά τα όσα υποστήριξε ο 25χρονος, το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι δεν θα τελέσει ξανά παρόμοιες πράξεις και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, εκ των οποίων θα εκτίσει άμεσα τους 6 μήνες, ενώ το υπόλοιπο της ποινής ανεστάλη επί τριετία. Παράλληλα, αποφασίστηκε η έφεσή του να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.













