
Χρήστος Τριαντόπουλος: Τι πραγματικά λέει η εισαγγελική πρόταση
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση του Χρήστου Τριαντόπουλου μετά από τη δημοσιοποίηση της εισαγγελικής πρότασης περί παραπομπής σε Ειδικό Δικαστήριο, κινείται, όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, με όρους πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά την εισαγγελική πρόταση, διαπιστώνει ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι πρωτίστως νομικό και θεσμικό.
Καταρχάς, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η εισαγγελική πρόταση δεν αποτελεί καταδικαστική κρίση ούτε συνεπάγεται αυτομάτως παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο. Πρόκειται για εισήγηση προς το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θα αξιολογήσει το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας και θα αποφασίσει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραπομπής. Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική· αποτελεί βασική εγγύηση της ποινικής διαδικασίας.
Ένα δεύτερο στοιχείο που συχνά περνά απαρατήρητο είναι το ίδιο το αντικείμενο της προτεινόμενης παραπομπής. Η εισαγγελική πρόταση δεν αποδίδει στον πρώην υφυπουργό ότι έδωσε εντολές ή ότι προκάλεσε ο ίδιος τις επίμαχες ενέργειες. Αντιθέτως, η ευθύνη που προτείνεται να διερευνηθεί αφορά το πλημμεληματικού χαρακτήρα αδίκημα της παράβασης καθήκοντος διά παραλείψεως. Δηλαδή, η βασική θέση είναι ότι δεν ενήργησε ενώ, κατά την εισαγγελική κρίση, όφειλε να ενεργήσει ώστε να αποτραπούν οι ενέργειες των υπηρεσιακών παραγόντων.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το κεντρικό νομικό ερώτημα: υπήρχε τέτοια υποχρέωση; Η ευθύνη από παράλειψη προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης νομικής υποχρέωσης δράσης. Δεν αρκεί η παρουσία ενός κυβερνητικού στελέχους στον χώρο ούτε η πολιτική του ιδιότητα. Χρειάζεται να προκύπτει ότι είχε, βάσει νόμου ή αρμοδιότητας, υποχρέωση να παρέμβει.
Στην επιχειρηματολογία της εισαγγελικής πρότασης, η υποχρέωση αυτή φαίνεται να συνδέεται, σε σημαντικό βαθμό, με τις δημόσιες δηλώσεις, τις συνεντεύξεις και τα δελτία Τύπου του τότε Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, μέσω των οποίων ενημέρωνε για την πορεία των εργασιών που εκτελούσαν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Είναι, όμως, εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν η δημόσια ενημέρωση αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει επιχειρησιακή αρμοδιότητα και αντίστοιχη νομική υποχρέωση παρέμβασης.
Το ερώτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος ο Τριαντόπουλος έχει επανειλημμένα δηλώσει πως δεν ήταν ο πολιτικός προϊστάμενος της Πολιτικής Προστασίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της διαχείρισης του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τη θέση του, βρέθηκε στο σημείο για ζητήματα κρατικής αρωγής, στήριξης των οικογενειών των θυμάτων και ενημέρωσης της κοινής γνώμης, δηλαδή για καθήκοντα διαφορετικά από τον επιχειρησιακό συντονισμό των υπηρεσιών. Η αποστολή αυτή, άλλωστε, αναφέρεται και στην εισαγγελική πρόταση, η οποία στη συνέχεια προβαίνει σε μια ευρύτερη ερμηνεία του ρόλου του λόγω των επίμαχων συνεντεύξεων και δημοσιευμένων δελτίων τύπου.
Αναμφίβολα, το Δικαστικό Συμβούλιο θα εξετάσει αν η ερμηνεία αυτή στηρίζεται επαρκώς στα αποδεικτικά στοιχεία και αν οι δημόσιες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν βάση για τη θεμελίωση ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης.
Αυτή είναι η κρίσιμη πτυχή της υπόθεσης. Σε ένα κράτος δικαίου, η απονομή της δικαιοσύνης δεν κρίνεται από τις δημόσιες εντυπώσεις, αλλά από το κατά πόσο τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος. Και αυτό είναι ακριβώς το ζήτημα που καλείται τώρα να απαντήσει το Δικαστικό Συμβούλιο.
Από τον Ελεύθερο Τύπο












