
Σόνια Χαρανά, υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: Από την κλιματική κρίση στην κλιματική αλλαγή
Ο ορισμός της ως συντονίστριας άτυπης ομάδας για τις αποζημιώσεις επιχειρήσεων στη Μαγνησία και η μετέπειτα ακαδημαϊκή ενασχόλησή της με το αντικείμενο
H πρόληψη πρέπει να γίνει κρατική προτεραιότητα και η ανθεκτικότητα νέα επιχειρηματική κουλτούρα, αναφέρει σε συνέντευξή της στην εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ η κ. Σόνια Χαρανά, υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Η ερευνητική της ενασχόληση σε διδακτορικό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, επικεντρώνεται στην ανάκαμψη και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων μετά από φυσικές καταστροφές, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη περιοχή της Θεσσαλίας. Για την κ. Σόνια Χαρανά κίνητρο για την επιστημονική ενασχόλησή της με την ανάκαμψη και ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων μετά από φυσικές καταστροφές αποτέλεσε ο ορισμός της από το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας ως συντονίστριας της άτυπης ομάδας εργασίας για τις αποζημιώσεις των επιχειρήσεων στη Μαγνησία και στις Β. Σποράδες
1. Οι καταστροφικές πλημμύρες Daniel και Elias πέρασαν τις επιχειρήσεις της Θεσσαλίας σε μια νέα πραγματικότητα. Ποιο είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή την εμπειρία;
Οι καταστροφικές πλημμύρες Daniel και Elias δεν ήταν απλώς δύο ακραία καιρικά φαινόμενα. Για χιλιάδες επαγγελματίες αποτέλεσαν μια βαθιά ανατροπή της οικονομικής και κοινωνικής
κανονικότητας. Επιχειρήσεις έχασαν εξοπλισμό, εμπορεύματα, εγκαταστάσεις, πελατεία, αλλά
και τον χρόνο που χρειάζονταν για να επιστρέψουν στην αγορά. Η εμπειρία της Θεσσαλίας έδειξε ότι η αποζημίωση είναι απαραίτητη, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να εξασφαλίσει τηνεπανεκκίνηση.
Χρειάζεται συνδυασμός άμεσης κρατικής συνδρομής, λειτουργικών υποδομών, πρόσβασης σε χρηματοδότηση και ουσιαστικού σχεδίου επιχειρηματικής ανάκαμψης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αποκατασταθεί μια ζημιά, αλλά να μπορέσει η επιχείρηση να σταθεί ξανά στα πόδια της και να αντέξει την επόμενη κρίση.
2. Πώς αξιολογείτε την ανταπόκριση της πολιτείας και ειδικότερα την εξέλιξη του μηχανισμού κρατικής αρωγής;
Η κρατική αρωγή απέκτησε κεντρική θέση στη διαχείριση των οικονομικών συνεπειών των φυσικών καταστροφών. Θεωρώ καθοριστική τη συμβολή του τότε Υφυπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Χρήστου Τριαντόπουλου, στην οργάνωση και ενεργοποίηση των μηχανισμών στήριξης των πληγέντων, καθώς και στην ανάπτυξη της διοικητικής δομής της κρατικής αρωγής. Η δημιουργία εξειδικευμένης Διεύθυνσης Κρατικής Αρωγής σηματοδότησε την ανάγκη για πιο συστηματική, θεσμική αντιμετώπιση αυτών των κρίσεων. Στην πράξη, βέβαια, αναδείχθηκαν δυσκολίες: ερμηνευτικά ζητήματα, ιδιαίτερες κατηγορίες ζημιών και εκκρεμότητες που απαιτούσαν συντονισμό και παρεμβάσεις. Επικουρικά βέβαια στην κρατική Αρωγή λειτούργησαν με τη συνεισφορά τους και άλλα Υπουργεία όπως το Ανάπτυξης. Σημαντική υπήρξε και η παρέμβαση του βουλευτή Μαγνησίας και πρ. Υφυπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης Χρήστου Μπουκώρου ώστε στο δεύτερο κύκλο ενίσχυσης του Υπουργείου Ανάπτυξης να ενταχθούν επιπλέον περιοχές και να μπορέσουν να ενισχυθούν επιπλέον 827 επιχειρήσεις.
Η εμπειρία αυτή μας υπενθυμίζει ότι η αποτελεσματικότητα του Κράτους κρίνεται τελικά από
τη δυνατότητά του να ανταποκρίνεται και ταυτό- χρονα να προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και των επιχειρήσεων.
3. Είχατε προσωπική συμμετοχή στον συντονισμό φορέων για τις αποζημιώσεις. Τι αποκομίσατε από αυτή τη διαδικασία;
Το γεγονός ότι είχα οριστεί από το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας
συντονίστρια της άτυπης ομάδας εργασίας για τις αποζημιώσεις των επιχειρήσεων στη Μαγνησία και στις Β. Σποράδες αποτέλεσε μια ιδιαίτερα σημαντική εμπειρία για εμένα.
Είχα αναλάβει τον συντονισμό της συνεργασίας μεταξύ της Περιφέρειας, των Δήμων, των Επιμελητηρίων και των λοιπών τοπικών φορέων ώστε να βοηθήσω στη διαδικασία.
Πολύ σημαντική υπήρξε η συμβολή της Περιφέρειας – η οποία σημειωτέον συμβάλλει μέχρι και σήμερα ουσιαστικά -, των Δήμων αλλά και των τεσσάρων επιμελητηρίων της Θεσσαλίας στις συσκέψεις εργασίας, καθώς συνέβαλαν στην ανάδειξη των πραγματικών αναγκών της επιχειρηματικής κοινότητας και στην προσπάθεια να ξεπεραστούν εκκρεμότητες που δυσκόλευαν τη διαδικασία των αποζημιώσεων.
Μέσα από αυτές τις συσκέψεις, καταγράψαμε προβλήματα και διαμορφώσαμε προτάσεις για διοικητικές και νομοθετικές παρεμβάσεις. Αυτή η εμπειρία με έφερε σε άμεση επαφή με τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων και αποτέλεσε κίνητρο για τη μετέπειτα επιστημονική μου ενασχόληση με την ανάκαμψη και ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων μετά από φυσικές καταστροφές.
4. Η εμπειρία αυτή συνδέεται και με τη διδακτορική σας έρευνα. Πού εστιάζει η επιστημονική σας προσέγγιση;
Η ερευνητική μου ενασχόληση, σε διδακτορικό επίπεδο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, επικεντρώνεται στην ανάκαμψη και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων μετά από φυσικές καταστροφές, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη περιοχή τηςΘεσσαλίας. Με απασχολεί το τι συμβαίνει μετά την πρώτη, απολύτως αναγκαία, φάση αντιμετώπισης: ποιοι παράγοντες επιτρέπουν σε μια επιχείρηση να επαναλειτουργήσει, ποιες δυσκολίες παραμένουν και πώς συνδέονται οι δημόσιες πολιτικές με την πραγματική οικονομική ανάκαμψη.
Η ανθεκτικότητα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Περιλαμβάνει την προετοιμασία πριν από την καταστροφή, τη δυνατότητα διατήρησης κρίσιμων λειτουργιών και την ικανότητα
προσαρμογής στη συνέχεια. Φιλοδοξία μου είναι τα ερευνητικά συμπεράσματα να συμβάλουν
σε εφαρμόσιμες προτάσεις, χρήσιμες τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τη δημόσια διοίκηση.
Βέβαια σε όλο αυτό το εγχείρημα έχω την τύχη να έχω ως επιβλέπουσα την καθηγήτρια του τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Δρ. Όλγα Χριστοπούλου με της οποίας την καθοδήγηση θεωρώ ότι θα προβούμε σε πολύ χρήσιμα συμπεράσματα.
5. Έχοντας αποκτήσει εμπειρία τόσο στο πεδίο όσο και στην επιστημονική έρευνα, ποιές αλλαγές θεωρείτε αναγκαίες στον τρόπο αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών;
Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε ένα καθοριστικό σημείο, όπου πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε
συνολικά τη φιλοσοφία αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών. Είναι προφανές ότι κανένα κράτος δεν διαθέτει ανεξάντλητους οικονομικούς πόρους ώστε να αποζημιώνει διαρκώς και στο σύνολό τους τις ζημιές που προκαλούνται από κάθε νέο καταστροφικό φαινόμενο.
Η κρατική αρωγή είναι απαραίτητη και πρέπει να παραμείνει ισχυρή, ιδιαίτερα για τους οικονομικά ασθενέστερους και για περιπτώσεις εξαιρετικά μεγάλων καταστροφών. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί τον μοναδικό μηχανισμό προστασίας της επιχειρηματικότητας.
Πρέπει να περάσουμε από τη λογική της αποκατάστασης στη φιλοσοφία της πρόληψης. Η ελ-
ληνική Πολιτεία έχει ήδη προχωρήσει σε ένα σημαντικό θεσμικό βήμα.
Με το άρθρο 5 του Νόμου 5116/ 2024θεσπίστηκε η υποχρεωτική ασφάλιση επιχειρήσεων
έναντι φυσικών καταστροφών. Αρχικά, η υποχρέωση αφορούσε επιχειρήσεις με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των δύο εκατομμυρίων ευρώ. Στη συνέχεια, με τον Νόμο 5162/2024, το όριο μειώθηκε στις 500.000 ευρώ, διευρύνοντας τον αριθμό των επιχειρήσεων που υποχρεούνται να διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη. Η υποχρέωση τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιουνίου 2025 και αφορά την κάλυψη έναντι πλημμύρας, σεισμού και δασικής πυρκαγιάς, τουλάχιστον για το 70% της αξίας των προβλεπόμενων περιουσιακών
στοιχείων. Πιστεύω ότι η προσπάθεια αυτή πρέπει να συνεχιστεί. Η δική μου πρόταση είναι να
εξεταστεί η σταδιακή επέκταση της υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης και σε επιχειρήσεις με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των 100.000 ευρώ.
Δεν αναφέρομαι σε πολύ μικρές επιχειρηματικές δραστηριότητες με ετήσια έσοδα πέντε ή δέκα χιλιάδων ευρώ. Αναφέρομαι σε επιχειρήσεις που έχουν αναπτύξει ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα, διαθέτουν επαγγελματικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, εμπορεύματα και συχνά απασχολούν εργαζομένους.
Θεωρώ ότι η προστασία αυτών των περιουσιακών στοιχείων πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο του επιχειρηματικού σχεδιασμού. Φυσικά, η πρότασή μου προϋποθέτει αναλογικά κριτήρια, μεταβατική περίοδο και πρόβλεψη για προσιτά ασφάλιστρα, ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε περιοχές υψηλού κινδύνου. Η καθιέρωση μιας πρόσθετης υποχρέωσης πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικά κίνητρα
και όχι να λειτουργεί ως ένα επιπλέον οικονομικό βάρος. Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι να αλλάξει η ίδια η επιχειρηματική κουλτούρα.
Η ασφάλιση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περιττή δαπάνη, αλλά ως επένδυση στη βιωσιμότητα και στη συνέχεια της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η Πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει το κατάλληλο πλαίσιο, αλλά και ο ίδιος ο επαγγελματίας πρέπει να αντιληφθεί ότι η προστασία της επιχείρησής του αποτελεί προσωπική και επιχειρηματική ευθύνη.
6. Θεωρείτε ότι η χώρα μας είναι επαρκώς προετοιμασμένη για τις προκλήσεις της νέας κλιματικής πραγματικότητας; Ποιο πρέπει να είναι το επόμενο βήμα της πολιτείας;
Σαφέστατα έχουν γίνει ουσιαστικές παρεμβάσεις όπως η Κρατική Αρωγή, η ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας, ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος, η υποχρεωτική ασφάλιση για ορισμένες επιχειρήσειςκαι η λειτουργία του Ευρωπαϊκού αριθμού έκτακτης ανάγκης 112, οποίος σημειωτέον αν προϋπήρχεδεν θα μετρούσαμε τόσες ανθρώπινες απώλειες στην πυρκαγιά στο Μάτι το 2018, όπου σύμφωνα με το πόρισμα καταπέλτη του εισαγγελέα κύριου Μανιάτη, η έλλειψη συστήματος ενημέρωσης των πολιτών επέδρασε καταλυτικά στην απώλεια 104 ανθρώπινων ζωών! Ωστόσο, η επόμενη περίοδος πρέπει να χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη.
Χρειαζόμαστε ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχέδιο με σαφείς προτεραιότητες, χρονοδιαγράμματα, χρηματοδότηση και μετρήσιμους στόχους, με έμφαση στην αναβάθμιση υποδομών, την επιστημονική έρευνα και την επιχειρηματική ανθεκτικότητα. Η αποτελεσματικότητα της πολιτείας δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από το πόσο γρήγορα αποζημιώνει μετά από μια καταστροφή, αλλά και από το πόσο αποτελεσματικά έχει
προετοιμαστεί πριν από αυτήν. Αυτή είναι η σημαντικότερη πρόκληση της νέας κλιματικής
πραγματικότητας για τη Μαγνησία και για όλη τη χώρα.
Η πρόληψη πρέπει να γίνει κρατική προτεραιότητα και η ανθεκτικότητα νέα επιχειρηματική
κουλτούρα.












