
Βόλος- Θεσσαλία: Ο ένας στους δύο ζει με καθυστερήσεις πληρωμών – Επιδείνωση των οικονομικών των νοικοκυριών
Η στεγαστική κρίση, το αυξημένο κόστος επιβίωσης και τα κλειστά σπίτια
Στοιχεία – σοκ που καταδεικνύουν μία ζοφερή από οικονομικής άποψης πραγματικότητα παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση της Περιφέρειας Θεσσαλίας και του Ινστιτούτου Καταναλωτών Θεσσαλίας την Πέμπτη στη Λάρισα με θέμα «Συντάξεις – Μισθοί – Ακρίβεια – Στέγη, η καθημερινότητα των πολιτών».
Σχεδόν ένας στους δύο Βολιώτες και Θεσσαλούς ζει σε νοικοκυριό που αντιμετωπίζει σημαντικές καθυστερήσεις σε βασικές οικονομικές ανάγκες το 2025 με την κατάσταση να έχει επιδεινωθεί και περαιτέρω το 2026.
Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν από τον πρόεδρο του Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates, Θεμιστοκλή – Ανδρέας Μπάκα, από έρευνα του ιδίου και του Πανελλαδικού Δικτύου για το κόστος της στέγασης στην Ελλάδα και την πορεία της ιδιοκατοίκησης κάνοντας σύγκριση των σχετικών στοιχείων στην Ελλάδα με τα αντίστοιχα στην Ευρωπαϊκή Ενωση για τα έτη 2017 και 2025 με επίσημα στοιχεία, στοιχεία που δεν χωρούν αμφισβήτηση, με πηγή προέλευσης από τη Eurostat.
Ο κ. Μπάκας επισήμανε ότι η Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικά δυσμενείς αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε μια σειρά κρίσιμων κοινωνικών και στεγαστικών δεικτών το 2025.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που γνωστοποίησε, το κόστος στέγασης απορροφά το 36% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 19% στην ΕΕ, ενώ το 56,3% των νέων ηλικίας 25–34 ετών εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του, έναντι 30,1% στην ΕΕ και υπάρχει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης συνολικά για το 19% του πληθυσμού, έναντι 9% στην ΕΕ.
«Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια προσωρινή διακύμανση της αγοράς ακινήτων. Είναι βαθιά κοινωνική και οικονομική και απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, μετρήσιμους στόχους και ουσιαστικές παρεμβάσεις», είναι το μήνυμα που στέλνει.
Η επιδείνωση της οικονομικής πίεσης στη Θεσσαλία
Αναλυτικά, σύμφωνα με τη παρουσίασε που έκανε, στη Θεσσαλία, το ποσοστό ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις πληρωμών αυξήθηκε από 32,5% το 2021 σε 46,9% το 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.
Πρόκειται για μία πολύ σημαντική αύξηση η οποία σε απόλυτους αριθμούς καταγράφει περισσότερα 97.350 νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικά δάνεια, ενοίκια ή λογαριασμούς κοινωφελείας (ανήλθαν στα 317.063 από 219.713) μέσα σε τέσσερα χρόνια, τα οποία, εκτιμάται, ότι το 2026 εν μέσω ακρίβειας και στεγαστικής κρίσης, αυξήθηκαν σημαντικά και περαιτέρω.
Η αύξηση κατά 14,4 ποσοστιαίες μονάδες αποτυπώνει σημαντική επιδείνωση, καθώς σχεδόν ένας στους δύο κατοίκους της Θεσσαλίας ζει σε νοικοκυριό που αντιμετωπίζει καθυστερήσεις σε βασικές οικονομικές υποχρεώσεις, όπως επισήμανε, το 2025, ενώ προ του 2021 δεν αντιμετώπιζε την εν λόγω δυσμενή οικονομική κατάσταση.
Το ποσοστό είναι υψηλότερο ακόμη και από το ιδιαίτερα δυσμενές πανελλαδικό (41,8%), όπως επισημάνθηκε.
Η Θεσσαλία δεν μπορεί επομένως να αντιμετωπίζεται μόνο μέσα από τη συζήτηση για τις τιμές των ενοικίων, τόνισε ο κ. Μπάκας.
Η περιφερειακή στεγαστική πολιτική πρέπει να στηρίζεται στα πραγματικά κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής και όχι σε ενιαίες παρεμβάσεις που αγνοούν τις τοπικές αποκλίσεις, είναι το μήνυμα που έστειλε.
Η κοινωνική έκταση των καθυστερήσεων στη Θεσσαλία
Η μετατροπή των ποσοστών σε ενδεικτικούς απόλυτους αριθμούς αναδεικνύει την κοινωνική διάσταση της οικονομικής πίεσης των νοικοκυριών.
Ο κ. Μπάκας επισήμανε ότι οι καθυστερήσεις πληρωμών δεν αφορούν μόνο μια περιορισμένη κατηγορία πολιτών. Αντίθετα, επηρεάζουν εργαζομένους, συνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά, αυτοαπασχολουμένους και άλλες κοινωνικές ομάδες.
Η συσσώρευση υποχρεώσεων μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα κάλυψης μελλοντικών αναγκών και να ενισχύσει τον κίνδυνο οικονομικής αστάθειας.
Η στεγαστική ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη κατοικίας, αλλά και από τη δυνατότητα διατήρησής της χωρίς διαρκή οικονομική πίεση, σχολίασε.
Η αύξηση των τιμών πώλησης κατοικιών
Την περίοδο 2017–2025, οι τιμές των διαμερισμάτων στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 85,2%, έναντι αύξησης περίπου 43% των τιμών κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται σε συνδυασμό με την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών, επισήμανε ο κ. Μπάκας.
Για όσους διαθέτουν ήδη ακίνητη περιουσία, η αύξηση των τιμών μπορεί να συνεπάγεται ενίσχυση της ονομαστικής αξίας της. Για όσους όμως προσπαθούν να αποκτήσουν την πρώτη τους κατοικία, σημαίνει ότι απαιτούνται ολοένα περισσότερα χρήματα.
Ένας νέος εργαζόμενος ή ένα νέο ζευγάρι καλείται να συγκεντρώσει σημαντικά μεγαλύτερη προκαταβολή, να εξασφαλίσει υψηλότερη τραπεζική χρηματοδότηση και να αναλάβει μια μακροχρόνια οικονομική υποχρέωση.
Η κατοικία μετατρέπεται σταδιακά από έναν εφικτό οικογενειακό στόχο σε μια οικονομική δυνατότητα που εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την ύπαρξη αποταμιεύσεων ή οικογενειακής περιουσίας.
Η απόκλιση μεταξύ τιμών κατοικιών και εισοδημάτων
Οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν περίπου κατά 85%, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα κατά περίπου 47%, σύμφωνα με τα στοιχεία της παρουσίασης.
Η απόκλιση μεταξύ τιμών κατοικιών και εισοδημάτων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες περιορισμού της πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση.
Ακόμη και όταν ένα νοικοκυριό καταφέρνει να αυξήσει το εισόδημά του, η δυνατότητα αγοράς κατοικίας μπορεί να επιδεινώνεται εφόσον οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα.
Η δυσκολία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη για τους νέους που ξεκινούν την επαγγελματική τους ζωή χωρίς αποταμιεύσεις.
Η μεγάλη μείωση της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα
Τα στοιχεία: Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα μειώθηκε από 84,6% το 2005 σε 69,4% το 2025, δηλαδή κατά 15,2 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίστοιχα, το ποσοστό του πληθυσμού που διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία αυξήθηκε από 15,4% σε 30,6%.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταβολές στο ελληνικό στεγαστικό μοντέλο.
Η Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά χώρα υψηλής ιδιοκατοίκησης. Η οικογενειακή κατοικία αποτελούσε βασικό περιουσιακό στοιχείο, μέσο οικονομικής ασφάλειας και συχνά το σημαντικότερο αγαθό που μεταβιβαζόταν από τη μία γενιά στην επόμενη.
«Σήμερα, αυτή η πραγματικότητα μεταβάλλεται. Το ουσιαστικό ζήτημα για εκείνον είναι εάν η ελληνική κοινωνία μεταβαίνει σε ένα διαφορετικό στεγαστικό μοντέλο έχοντας δημιουργήσει τους απαραίτητους μηχανισμούς προστασίας και προσιτής κατοικίας», τόνιζε ο κ. Μπάκας.
Η εξέλιξη της συνολικής δαπάνης και του κόστους στέγασης
Η μέση συνολική μηνιαία καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε από 1.724,54€ το 2024 σε 1.820,20€ το 2025. Η καταγραφόμενη δαπάνη στέγασης αυξήθηκε από 248,33€ σε 267,57€.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το κόστος διαβίωσης εξακολουθεί να αυξάνεται.
Η αντίφαση του Βόλου
Τα στοιχεία του Βόλου αναδεικνύουν μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις της ελληνικής στεγαστικής αγοράς: την ύπαρξη σημαντικού αριθμού κενών κατοικιών σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγη αποτελεί ολοένα μεγαλύτερη πρόκληση για τα νοικοκυριά.
Το 26,93% του στεγαστικού αποθέματος καταγράφεται ως κενό ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι κατοικίες είναι εγκαταλελειμμένες ή μπορούν να διατεθούν άμεσα προς ενοικίαση.
Ωστόσο, το μέγεθος του καταγεγραμμένου αποθέματος είναι τέτοιο που δεν μπορεί να αγνοηθεί στον σχεδιασμό της στεγαστικής πολιτικής.
Πόσες κατοικίες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην αγορά;
Με βάση τις 21.918 απογραφικά κενές κατοικίες, ακόμη και ένα μικρό μόνο μέρος του αποθέματος των κενών κατοικιών αν μπορούσε να επανέλθει, θα δημιουργούσε ένα σημαντικό αριθμό πρόσθετο κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση.
Ο κ. Μπάκας επισήμανε ενδεικτικά ότι η ενεργοποίηση του 10% του αποθέματος που αφορά περίπου σε 2.200 κατοικίες, θα μπορούσε να ενισχύσει τη στεγαστική προσφορά στον Δήμο Βόλου, χωρίς να απαιτείται η κατασκευή αντίστοιχου αριθμού νέων κατοικιών.
Πηγή: ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ













