Συγκλονιστικές μαρτυρίες από ανθρώπους που βρέθηκαν μέσα στα βαγόνια της μοιραίας αμαξοστοιχίας και κατάφεραν να επιζήσουν ακούστηκαν σήμερα, Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, στη Λάρισα, κατά την 42η συνεδρίαση της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών. Οι περιγραφές τους για τις στιγμές που ακολούθησαν τη σύγκρουση, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, ανάμεσα στις φλόγες και τις παραμορφωμένες λαμαρίνες, προκάλεσαν συγκίνηση στη δικαστική αίθουσα.
«Πέρασαν από δίπλα μου κάποιοι που νόμισαν ότι είμαι νεκρός και με σκέπασαν με ένα μπουφάν». Με αυτά τα λόγια ο επιζών Αριστείδης Καρατζούνης περιέγραψε μία από τις πιο εφιαλτικές στιγμές που έζησε τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023, όταν τραυματισμένος και εξαντλημένος προσπαθούσε να απομακρυνθεί από τον τόπο της σύγκρουσης. Η κατάθεσή του αποτύπωσε τις δραματικές συνθήκες που επικρατούσαν αμέσως μετά το δυστύχημα. Ο ίδιος, έχοντας τραυματιστεί στο κεφάλι, βρέθηκε μέσα στο σκοτάδι, ενώ πίσω του η φωτιά άρχισε να εξαπλώνεται. «Κοίταξα πίσω και άρχισε να ξεπηδάει μια φωτιά. Άρχισε να εξαπλώνεται. Άκουγα “βοήθεια”. Ήταν πίσσα σκοτάδι, ήταν μάζες μετάλλων μέσα στη φωτιά», κατέθεσε, περιγράφοντας τις εικόνες που αντίκρισε.
Παρά τα τραύματά του, προσπάθησε να κινηθεί προς τον παράδρομο, αναζητώντας κάποιον που θα μπορούσε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο. Όπως εξήγησε, το κρύο ήταν τόσο έντονο, ώστε φοβήθηκε πως δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει. «Ήταν τόσο έντονο το κρύο που πίστευα πως θα πεθάνω από αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά. Εκεί, ενώ βρισκόταν τραυματισμένος και προσπαθούσε να κρατηθεί στη ζωή, συνέβη το περιστατικό που περιέγραψε ενώπιον του δικαστηρίου. Άνθρωποι που πέρασαν από κοντά του θεώρησαν ότι είχε χάσει τη ζωή του και τον σκέπασαν με ένα μπουφάν.
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στους τραυματισμούς που υπέστη από τη σύγκρουση. Όπως κατέθεσε, είχε τραύμα στο κεφάλι, θλάση στον πνεύμονα, σπασμένα πλευρά και μώλωπες, ενώ διευκρίνισε ότι δεν είχε υποστεί εγκαύματα. «Εκείνη τη στιγμή δεν είχα αντιληφθεί πάρα πολλά. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς έγινε όλο αυτό το πράγμα», είπε, μεταφέροντας την κατάσταση σύγχυσης στην οποία βρισκόταν μετά το δυστύχημα.
«Έψαξα την Ιφιγένεια – Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν στη ζωή»
Από τις πλέον συγκλονιστικές στιγμές της σημερινής διαδικασίας ήταν και η κατάθεση του Αριστοφάνη Ξανθόπουλου, ο οποίος επέβαινε στο τρίτο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας μαζί με την Ιφιγένεια Μίτσκα, που έχασε τη ζωή της στην τραγωδία. Ο νεαρός επιζών περιέγραψε λεπτό προς λεπτό τη στιγμή της σύγκρουσης, αλλά κυρίως την αγωνιώδη προσπάθειά του να απεγκλωβίσει την Ιφιγένεια από τα συντρίμμια, παρότι ο ίδιος είχε τραυματιστεί σοβαρά. «Ακούσαμε το μπαμ, κρατήθηκα από το μπράτσο που είχα μπροστά μου. Κάποια στιγμή σταμάτησε το βαγόνι. Έψαξα την Ιφιγένεια. Ήταν μισή εντός και μισή εκτός. Προσπάθησα να τη σηκώσω, ήταν εγκλωβισμένη σε κάποιες λαμαρίνες. Ζήτησα βοήθεια», ανέφερε.
Μέσα στο κατεστραμμένο βαγόνι, χωρίς να γνωρίζει την κατάσταση της υγείας της, ο Αριστοφάνης προσπάθησε να την απελευθερώσει. Ένας ακόμη επιβάτης, ο Μιχάλης, ανταποκρίθηκε στην έκκλησή του και οι δύο τους κατάφεραν να τη μετακινήσουν. Η περιγραφή του για την κατάσταση στην οποία βρήκε την Ιφιγένεια ήταν συγκλονιστική. «Είχα σοκαριστεί. Το κεφάλι της ήταν μέσα στα αίματα. Είχε σοβαρό τραύμα στο κεφάλι και στον αυχένα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν είναι στη ζωή».
Οι δύο επιβάτες, προσπαθώντας να κινηθούν ανάμεσα στα κατεστραμμένα καθίσματα και τις λαμαρίνες, κατάφεραν να τη μεταφέρουν σε άλλο σημείο του βαγονιού. «Προσπαθήσαμε και τη μετακινήσαμε πατώντας στο πλάι από τα καθίσματα. Την τοποθετήσαμε προσεκτικά σε κάτι καθίσματα», είπε ο μάρτυρας. Ο Αριστοφάνης δεν σταμάτησε εκεί. Βγήκε από το βαγόνι και αναζήτησε πυροσβέστες προκειμένου να βοηθήσουν την Ιφιγένεια. Όταν όμως οι διασώστες τον αντίκρισαν, διαπίστωσαν ότι και ο ίδιος ήταν βαριά τραυματισμένος. «Βγήκα έξω και βρήκα πυροσβέστες για να μας βοηθήσουν. Οι πυροσβέστες μού είπαν πως έχω εγκαύματα, είμαι βαριά τραυματισμένος και με πήραν για το νοσοκομείο», κατέθεσε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις συνθήκες που επικρατούσαν αμέσως μετά τη σύγκρουση, επισημαίνοντας ότι είχε αντιληφθεί μια ασυνήθιστη μυρωδιά, η οποία παρέμεινε ακόμη και στα ρούχα του. «Υπήρχε μια περίεργη μυρωδιά. Μύριζαν και τα ρούχα μου μετά. Υπήρχε φωτιά και καπνός», ανέφερε. Κατά την εξέτασή του, η πρόεδρος του δικαστηρίου τού επέδειξε φωτογραφία από τη δικογραφία, ζητώντας να προσδιορίσει από ποια πλευρά βγήκε από την αμαξοστοιχία.
Με τη φωτογραφία του πατέρα του στα χέρια – «Βρέθηκε οστό του ενάμιση χρόνο μετά»
Στη συνέχεια κατέθεσε ο Δημήτρης Κυριακίδης, ο οποίος έχασε τον πατέρα του, Γεώργιο Κυριακίδη, που επέβαινε στο πρώτο βαγόνι του τρένου. Ο μάρτυρας εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου κρατώντας τη φωτογραφία του πατέρα του και περιέγραψε με εμφανή συγκίνηση τις στιγμές αγωνίας που έζησε η οικογένειά του τη νύχτα της τραγωδίας.
Ο πατέρας του ζούσε στο εξωτερικό και επισκεπτόταν συχνά τα παιδιά του στην Ελλάδα. Εκείνο το βράδυ, όταν ενημερώθηκε για τη σύγκρουση, άρχισε να τον αναζητά τηλεφωνικά, χωρίς να λαμβάνει απάντηση. «Παρακαλούσα να απαντήσει, να είναι καλά, έστω και τραυματισμένος», ανέφερε. Η αγωνία μετατράπηκε σε οριστική απώλεια όταν το δείγμα DNA που είχε δώσει η αδελφή του ταυτοποιήθηκε με σορό από το δυστύχημα.
Ιδιαίτερα σοβαρές ήταν οι καταγγελίες του για τη διαχείριση του χώρου της τραγωδίας. Όπως είπε, οστό του πατέρα του εντοπίστηκε στην τοποθεσία «Πηγάδια», ενάμιση χρόνο μετά το δυστύχημα, ενώ κατήγγειλε ότι δεν τηρήθηκαν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας και διαφύλαξης των στοιχείων στον τόπο της σύγκρουσης. «Βρέθηκε βιολογικό υλικό του πατέρα μου και ήταν παραπεταμένο. Όλα αυτά εντοπίστηκαν ενάμιση χρόνο μετά», είπε, ζητώντας να αποδοθεί δικαιοσύνη.
«Το κυλικείο έγινε κάρβουνο – Ο πατέρας μου κάηκε ζωντανός»
Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση του Φιόραλντ Μπόζο, ο οποίος έχασε τον πατέρα του, Παυλίνι Μπόζο, εργαζόμενο στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας. Ο μάρτυρας περιέγραψε πώς πληροφορήθηκε το δυστύχημα ενώ βρισκόταν στην Ελβετία και πώς επέστρεψε εσπευσμένα στην Ελλάδα αναζητώντας τον πατέρα του. «Το σημείο ήταν σαν τόπος πολέμου. Βαγόνια αναποδογυρισμένα και καμένα, συντρίμμια παντού. Μύριζε καμένο σίδερο, μύριζε θάνατο», ανέφερε για όσα αντίκρισε στον τόπο της τραγωδίας.
Επιδεικνύοντας φωτογραφίες από το κατεστραμμένο κυλικείο, υποστήριξε ότι ο πατέρας του προσπάθησε να σωθεί, αλλά έχασε τη ζωή του από τη φωτιά. «Ο πατέρας πάλεψε για να σωθεί. Κάηκε ζωντανός από την πυρόσφαιρα», είπε, εκφράζοντας παράλληλα τις αμφιβολίες του για την εξήγηση που αποδίδει την πυρόσφαιρα στα έλαια σιλικόνης. Έθεσε επίσης ερωτήματα για τη μη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων, καθώς και για την ταρίχευση της σορού χωρίς, όπως κατήγγειλε, να έχει προηγηθεί ενημέρωση και συναίνεση της οικογένειας.
Ο κ. Μπόζο επέδειξε στο δικαστήριο υπηρεσιακά έγγραφα σχετικά με τις ελλείψεις προσωπικού και συστημάτων ασφαλείας στον ΟΣΕ, ζητώντας την απόδοση ευθυνών. «Πίστευα πως ο πατέρας μου δούλευε στο πιο ασφαλές μέσο της Ευρώπης και μετά την πατήσαμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Πάνος Ρούτσι – «Εμείς τι φταίμε;»
Στη σημερινή συνεδρίαση συνεχίστηκε για τρίτη φορά και η κατάθεση του Πάνου Ρούτσι, με ερωτήσεις της συνηγόρου του, Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η κ. Κωνσταντοπούλου κατέθεσε στο δικαστήριο έγγραφα από την αλληλογραφία μεταξύ της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας και του Τμήματος Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αναφορικά με τις εκταφές.
Η ίδια έκανε λόγο για καθυστερήσεις στη διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι χρειάστηκε να καταθέσει ο κ. Ρούτσι στο δικαστήριο προκειμένου να ενεργοποιηθεί η Εισαγγελία Λάρισας. Από την πλευρά του, ο Πάνος Ρούτσι εξέφρασε την αγανάκτησή του για τη διαδικασία των εξετάσεων στα οστά των θυμάτων. «Όταν ζητάει κοστολόγιο ο εισαγγελέας για να εξεταστούν τα οστά των παιδιών μας, ενώ για το κτήριο εδώ έδωσαν τόσα εκατομμύρια, εμείς τι φταίμε;», διερωτήθηκε.
Η σημερινή διαδικασία ολοκληρώθηκε με τη διακοπή της συνεδρίασης για αύριο, Τρίτη 20 Οκτωβρίου. Η κατάθεση του Πάνου Ρούτσι θα συνεχιστεί σε επόμενη συνεδρίαση. Στο δικαστήριο παρέστησαν από την πλευρά των κατηγορουμένων ο Παύλος Κουζής και ο Σπυρίδων Πατέρας.













