“Η πιθανότητα εμφάνισης έντονων θερμών επεισοδίων έχει αυξηθεί”

Παράλληλα, σημειώνει ότι «η διαφορά σήμερα είναι ότι τέτοια επεισόδια εμφανίζονται σε θερμότερο κλίμα, με αποτέλεσμα να είναι συχνότερα, εντονότερα και συχνά πιο επιβαρυντικά για την υγεία». Μάλιστα, όπως τονίζει, σχετικά με τις απώλειες ανθρώπινων ζωών, «για το καλοκαίρι του 2022, μελέτη στο Nature Medicine εκτίμησε περίπου 61.672 θανάτους σχετιζόμενους με τη ζέστη στην Ευρώπη, ενώ η υπηρεσία Copernicus αναφέρει ότι οι καύσωνες του 2003, του 2010 και του 2022 συνδέθηκαν με δεκάδες χιλιάδες θανάτους κάθε φορά».

Επίσης, ο Αθανάσιος Αργυρίου υπογραμμίζει ότι «ανάλογα επεισόδια επικίνδυνων καυσώνων μπορούν να επαναληφθούν και με βάση τη σημερινή επιστημονική γνώση, αναμένεται να εκδηλώνονται συχνότερα, με μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια».

«Αυτό», προσθέτει, «δεν σημαίνει ότι κάθε καλοκαίρι θα είναι ίδιο ή ότι κάθε θερμή περίοδος θα εξελιχθεί σε ακραίο καύσωνα». «Σημαίνει όμως, ότι η πιθανότητα εμφάνισης έντονων θερμών επεισοδίων έχει αυξηθεί. Ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός σημειώνει ότι η ακραία ζέστη αναμένεται να εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα, ένταση και διάρκεια. Όπως προανέφερα, η Ευρώπη είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος. Ειδικά στη νότια Ευρώπη και στη Μεσόγειο, οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές για τη συχνότερη εκδήλωση επικίνδυνων καυσώνων».

“Υψηλή η επικινδυνότητα και στην Ελλάδα” – Οι ευάλωτες περιοχές

Απαντώντας ο καθηγητής στο ερώτημα, αν και κατά πόσο είναι πιθανόν να εκδηλωθούν ανάλογα σε ένταση φαινόμενα στην Ελλάδα και ποιες περιοχές της χώρας θα μπορούσαν να επηρεαστούν περισσότερο, απαντά:

«Η Ελλάδα, ως χώρα της ανατολικής Μεσογείου, βρίσκεται σε περιοχή υψηλής επικινδυνότητας όσον αφορά στην εμφάνιση ακραία υψηλών θερμοκρασιών. Επομένως, επεισόδια ανάλογης έντασης μπορούν να εκδηλωθούν και στη χώρα μας. Οι πιο ευάλωτες περιοχές είναι συνήθως οι ηπειρωτικές πεδινές και κλειστές λεκάνες, όπως η Θεσσαλία, η Kεντρική και Aνατολική Μακεδονία, η Θράκη, η Βοιωτία, η Aνατολική Στερεά, η Αττική και τμήματα της Πελοποννήσου. Τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, επιβαρύνονται επιπλέον από το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, ιδιαίτερα τη νύχτα. Τα νησιά και οι παράκτιες περιοχές συχνά έχουν χαμηλότερες μέγιστες θερμοκρασίες, λόγω της γειτνίασης με τη θάλασσα. Εκεί όμως, όταν οι άνεμοι είναι ασθενείς, η υψηλή υγρασία επιτείνει τη θερμική δυσφορία».

Όσον αφορά στο εάν θα μπορούσαν να ληφθούν κάποια προληπτικά μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο καθηγητής σημειώνει ότι «από μετεωρολογικής – κλιματικής σκοπιάς όχι» και συμπληρώνει: «Τα υπόλοιπα είναι θέμα Πολιτικής Προστασίας και γιατρών, τα οποία ξεφεύγουν από την ειδικότητά μου και θα περιοριστώ στο να αναφερθώ ενδεικτικά στην ενημέρωση του πληθυσμού – σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση και τον ορθό πολεοδομικό σχεδιασμό και τον σχεδιασμό των κτιρίων, ώστε οι άνθρωποι να ζουν σε δροσερότερους χώρους».

Σχετικά με τα προληπτικά μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα, ο Αθανάσιος Αργυρίου λέει ότι «θα αναφερθώ στη μετεωρολογική πτυχή, διότι απαιτείται έγκαιρη πρόγνωση επεισοδίων καυσώνων και έντονων ξηρασιών, ώστε να τίθενται εγκαίρως σε εφαρμογή τα σχέδια πρόληψης, τα οποία αφορούν στην Πολιτική Προστασία».