900.000 εργαζόμενοι κάτω από 1.000 ευρώ – Επόµενο µέτωπο για την κυβέρνηση η ενίσχυση όλων των εισοδηµάτων, όχι µόνο των χαµηλών
Η ενίσχυση των συλλογικών συµβάσεων και η διεύρυνση της κάλυψης των εργαζοµένων µέσω αυτών αναδεικνύονται σε έναν από τους επόµενους βασικούς στόχους της κυβερνητικής πολιτικής για την αγορά εργασίας. Το ζητούµενο πλέον δεν είναι µόνο η αύξηση του κατώτατου µισθού, αλλά η µεταφορά της µισθολογικής δυναµικής και στα αµέσως υψηλότερα κλιµάκια, ώστε να ενισχυθούν τα µεσαία εισοδήµατα.
Η επόμενη «μάχη» της κυβέρνησης περνά πάνω από τον κατώτατο μισθό
Η συζήτηση έχει ανοίξει µε φόντο τη διαπίστωση ότι οι κατώτατες αποδοχές έχουν αυξηθεί ταχύτερα σε σχέση µε τους µισθούς που βρίσκονται στη µέση της µισθολογικής κλίµακας. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την απόσταση ανάµεσα στον κατώτατο και τους αµέσως υψηλότερους µισθούς, δηµιουργώντας το φαινόµενο της λεγόµενης «συµπίεσης» των αµοιβών. Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραµέως, έδωσε το στίγµα των επόµενων κινήσεων, µιλώντας στα «Παραπολιτικά», όπου αναφέρθηκε στην προοπτική νέων σηµαντικών συλλογικών συµβάσεων. Όπως σηµείωσε, «υπάρχουν σηµαντικότατες συλλογικές συµβάσεις που είναι προ των πυλών», ενώ αναφέρθηκε και στη συµφωνία των κοινωνικών εταίρων. Σύµφωνα µε την ίδια, περίπου 400.000 εργαζόµενοι στην εστίαση καλύπτονται πλέον από συλλογική σύµβαση, ενώ αντίστοιχες συµφωνίες υπάρχουν και σε κλάδους όπως οι αρτοποιοί και οι ζαχαροπλάστες.
Τι δείχνουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για τους κατώτατους μισθούς
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ αποτυπώνουν µια ευρύτερη διεθνή τάση. Στις περισσότερες χώρες-µέλη, οι κατώτατοι µισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από τους διάµεσους µισθούς από το 2021 και µετά. Στις 20 από τις 30 χώρες που διαθέτουν εθνικό κατώτατο µισθό, ο λόγος του κατώτατου προς τον διάµεσο µισθό αυξήθηκε κατά την περίοδο 2021-2025. Η βάση, δηλαδή, της µισθολογικής πυραµίδας ενισχύθηκε ταχύτερα από το κέντρο της. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Η αγορά εργασίας βρέθηκε αρχικά αντιµέτωπη µε σηµαντική απώλεια αγοραστικής δύναµης, καθώς η ενεργειακή κρίση και ο υψηλός πληθωρισµός αύξησαν δραµατικά το κόστος ζωής. Στη συνέχεια, οι πραγµατικοί µισθοί ανέκαµψαν και µέχρι το πρώτο τρίµηνο του 2026 είχαν ξεπεράσει τα επίπεδα του 2021.
Η ανάκαµψη ωστόσο δεν ήταν οµοιόµορφη. Σε µεγάλο βαθµό στηρίχθηκε στις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου µισθού, χωρίς να ακολουθήσει µε την ίδια ένταση το σύνολο της µισθολογικής κλίµακας. Τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗΣ καταγράφουν αυτήν τη µεταβολή. Ο µέσος µισθός πλήρους και µερικής απασχόλησης διαµορφώθηκε στα 1.362,66 ευρώ, από 1.342 ευρώ το 2024. Πρόκειται για αύξηση περίπου 20 ευρώ. Την ίδια στιγµή, όµως, παρατηρούνται σηµαντικές µετακινήσεις στο εσωτερικό της µισθολογικής πυραµίδας. Οι εργαζόµενοι που αµείβονται από 800 έως 1.000 ευρώ µειώθηκαν µέσα σε έναν χρόνο κατά 46,2%, ενώ όσοι βρίσκονται στην κατηγορία των 1.001 έως 1.500 ευρώ αυξήθηκαν κατά 54,2%.
900.000 εργαζόμενοι κάτω από τα 1.000 ευρώ
Η εικόνα συνδέεται σε σηµαντικό βαθµό µε την αύξηση του κατώτατου µισθού και τη µετακίνηση εργαζοµένων σε υψηλότερες µισθολογικές κατηγορίες. Ωστόσο, η συγκέντρωση παραµένει έντονη στα χαµηλά και µεσαία επίπεδα. Συνολικά, το 61% των µισθωτών λαµβάνει αποδοχές µεταξύ 801 και 1.500 ευρώ, ποσοστό που παραµένει σχεδόν αµετάβλητο. Περίπου 900.000 εργαζόµενοι εξακολουθούν να αµείβονται µε λιγότερα από 1.000 ευρώ τον µήνα. Παράλληλα, 597.695 εργαζόµενοι ή 24,29% του συνόλου, βρίσκονται στην κατηγορία των 1.001 έως 1.200 ευρώ. Στην κατηγορία των 1.201 έως 1.500 ευρώ βρίσκονται 394.159 εργαζόµενοι, ποσοστό 16,02%, ενώ 268.058 εργαζόµενοι, ή 10,89%, λαµβάνουν από 1.501 έως 2.000 ευρώ. Από 2.001 έως 2.500 ευρώ αµείβονται 126.963 εργαζόµενοι, ποσοστό 5,16%. Ακόµη µικρότερη είναι η συγκέντρωση στα υψηλότερα κλιµάκια: 63.464 εργαζόµενοι βρίσκονται στην κατηγορία των 2.501 έως 3.000 ευρώ, ενώ πάνω από 3.000 ευρώ λαµβάνουν 112.075 εργαζόµενοι, ή 4,55% του συνόλου.
Στην προσπάθεια ενίσχυσης των εισοδηµάτων παραµένει ανοιχτό και το ζήτηµα των µισθολογικών διαφορών µεταξύ ανδρών και γυναικών. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024 δείχνουν ότι οι γυναίκες αµείβονται κατά µέσο όρο 13,4% λιγότερο ανά ώρα εργασίας σε σχέση µε τους άνδρες. Το ποσοστό παραµένει στα ίδια επίπεδα µε το 2022 και είναι ελαφρώς µειωµένο σε σχέση µε το 13,6% του 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή













