ΕλλάδαΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με το δάκτυλο στη σκανδάλη -Γιατί οι αγορές δικαιώνουν το ΔΝΤ που «βλέπει» επιτόκια 4,5%

Ούτε βλέφαρο δεν κουνήθηκε στις αγορές, για να χαιρετιστεί η τυπική επιστροφή της Ελλάδας, χωρίς την «ομπρέλα» του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού. Τουναντίον.

Έχοντας προεξοφλήσει εδώ και καιρό την ολοκλήρωση του τρίτου χρηματοδοτικού προγράμματος, οι αγορές υποδέχθηκαν την έξοδο της Ελλάδας με μια ανεπαίσθητη μείωση της τιμής του 10ετούς στο 4,221%, η οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αποσυμπίεση των ομολόγων της Ιταλίας, το αξιόχρεο της οποίας θα αξιολογηθεί τελικά λίγο αργότερα από τη Moody’s. Όσον αφορά στο 7ετές, που έχει χαρακτηριστεί βαρόμετρο για την επόμενη έκδοση τίτλου της Ελληνικής Δημοκρατίας, κινήθηκε πέριξ του 3,9% με μια απόδοση γύρω στο 97%, η οποία απέχει 2,5 ποσοστιαίες μονάδες από το επιθυμητό. 

Βίαιη η αντίδραση του χρηματιστηρίου

Η αντίδραση του Χρηματιστηρίου ήταν ακόμα πιο αρνητική, σχεδόν βίαιη. Την ώρα που τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ήταν στο «πράσινο», στην Αθήνα όλα «κοκκίνιζαν», με αποτέλεσμα ο Γενικός Δείκτης να σημειώσει νέες απώλειες 1,04%. Απογοητευτική χαρακτηρίζεται ειδικότερα η εικόνα του τραπεζικού δείκτη, που έχασε άλλο 2,44%, με την εικόνα του να εμφανίζεται σαν flat line από το 2015 και μετά.

Η παροχολογία «εκνευρίζει» τις αγορές ομολόγων

Πέρα από το τραύμα αξιοπιστίας, που έχει προκαλέσει και η ιστορία της F.F. στο Χρηματιστήριο, η γενικότερη νευρικότητα και στις αγορές ομολόγων αποδίδεται κυρίως στην ευπάθεια της ελληνικής οικονομίας απέναντι σε εξωγενείς παράγοντες, πόσω μάλλον σε αυτογκόλ στο εσωτερικό της χώρας, όπως η καλλιέργεια κλίματος παροχολογίας. Τα ελληνικά χαρτιά καλώς ή κακώς παραμένουν στην κατηγορία “σκουπίδια”, η Ελλάδα βρίσκεται ακόμα στη ζώνη υψηλού κινδύνου και το φτέρνισμα στις αγορές, θα μετατρέπεται με ευκολία σε πνευμονία.

Οι άλλοι παράγοντες που δεν βοηθούν

Φαίνεται στον ορατό ορίζοντα ένα απάνεμο λιμάνι, μια άμβλυνση των εντάσεων; Μάλλον όχι. Η τουρκική κρίση βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε ύπνωση, αλλά τα προβλήματα στα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας της γείτονος καθώς και οι απρόβλεπτες κινήσεις του προέδρου Ερντογάν, μπορούν ανά πάσα ώρα και στιγμή να αναζωπυρώσουν την «πυρκαγιά». Δεν πρέπει να λησμονεί, άλλωστε, κανείς ότι οι Οίκοι Αξιολόγησης έχουν προαναγγείλει, επί της ουσίας, την περαιτέρω υποβάθμιση του αξιόχρεου της Τουρκίας. 

Ωστόσο ο πραγματικός κίνδυνος είναι η Ιταλία. Ήδη τα επιθετικά funds έχουν πάρει θέσεις, αναμένοντας τις εξελίξεις το Φθινόπωρο, όταν δηλαδή θα φανεί εάν η ιταλική κυβέρνηση προτίθεται να ευθυγραμμιστεί με τις οδηγίες των ευρωπαϊκών θεσμών- επί της ουσίας του Βερολίνου- για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Το κλίμα βαραίνει περισσότερο αν συνυπολογίσει κανείς τους τίτλους τέλους στο QE, που λειτουργούσε ως αμορτισέρ στις αγορές κρατικού Χρέους, τις αλλαγές προσώπων στις κεφαλές της ΕΚΤ και του SSM, τις εκλογές στη Βαυαρία που μπορεί να προκαλέσουν νέες τριβές στον κυβερνητικό συνασπισμό της Α. Μέρκελ.

Πρέπει ή δεν πρέπει να εκδώσει η Ελλάδα ομόλογο;

«Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να βιάζεται να εκδώσει ομόλογο», είναι το επιχείρημα από κυβερνητικά χείλη, πριν και μετά από τη λήξη του προγράμματος. Η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική. Όντως, η Ελλάδα έχει καλυμένες τις δανειακές της ανάγκες για περίπου 2 χρόνια, διαθέτοντας το περιβόητο “μαξιλάρι” των 24 δισ ευρώ αλλά και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, η Ελλάδα μένοντας μόνη ενώπιον των αγορών, οφείλει να πείσει ότι είναι σοβαρός παίκτης και για να το πετύχει αυτό οφείλει να καλύπτει τις ετήσιες της χρηματοδοτικές της ανάγκες με εκδόσεις ομολόγων, δύο ή τρεις φορές κατά τη διάρκεια του χρόνου, διαθέτοντας το «μαξιλάρι» για την εξαγορά ακριβού Χρέους π.χ. τα δάνεια του ΔΝΤ.

Γιατί δικαιώνεται το ΔΝΤ

Η τελευταία Ανάλυση Βιωσιμότητας του ΔΝΤ θα έλεγε κανείς ότι δικαιώνεται όσον αφορά στις εκτιμήσεις για τα επιτόκια που θα βρει η Ελλάδα χτυπώντας την πόρτα των αγορών. Σύμφωνα με το Ταμείο, η αρχική τιμή θα είναι 4,5%– δηλαδή όσο περίπου είναι τώρα- με μια διακύμανση από το 6%, λόγω της μακροχρόνιας απουσίας και του υψηλού Χρέους, ως το 4%. Σε βάθος χρόνου, το επιτόκιο θα εξελίσσεται ανάλογα με το ρίσκο της χώρας, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας κατά 3 μονάδες βάσης για κάθε 1 μονάδα αύξησης ή μείωσης του Χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Πηγή: iefimerida.gr