Οι καμπάνες πριν από λίγες μέρες χτύπησαν χαρμόσυνα στο Κατηχώρι, όμως αυτή τη φορά ο ήχος τους είχε διαφορετικό νόημα.
Δεν καλούσαν απλώς τους πιστούς στη Θεία Λειτουργία. Αναγγέλλαν την επιστροφή ενός πολύτιμου κομματιού της ιστορίας του Κατηχωρίου. Οι εικόνες που πριν από μήνες είχαν αρπάξει ιερόσυλοι από τους ιερούς ναούς του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Παρασκευής επέστρεφαν επιτέλους εκεί όπου ανήκαν.

Ανάμεσα σε εκείνους που έζησαν πιο έντονα εκείνη τη στιγμή ήταν ο π. Ιωάννης Πράππας. Ο εφημέριος του Κατηχωρίου, που υπηρετεί την ενορία για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, στεκόταν συγκινημένος βλέποντας τις εικόνες να επιστρέφουν στη θέση τους.

«Ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Είχα γίνει ράκος από τότε που χάθηκαν. Ένιωθα ένα μεγάλο βάρος μέσα μου. Όταν τις είδα να επιστρέφουν, ήταν σαν να ξαναβρήκα ζωή», λέει στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, μη μπορώντας ακόμη να κρύψει τη συγκίνησή του.
Η πικρή ιστορία πίσω από την επιστροφή
Η ιστορία αυτή, όμως, δεν ξεκίνησε με χαμόγελα. Ξεκίνησε με ένα από τα πιο σοβαρά περιστατικά ιεροσυλίας που γνώρισε η Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος.

Τον Σεπτέμβριο του 2025 άγνωστοι παραβίασαν τον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου και έκλεψαν τέσσερις εικόνες. Το σοκ για το χωριό ήταν τεράστιο. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγες ημέρες αργότερα θα ακολουθούσε και δεύτερο χτύπημα.
Οι ίδιοι ή άλλοι δράστες εισέβαλαν στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής και αφαίρεσαν ακόμη δεκαπέντε εικόνες.
Σχετικά άρθρα: Ιερόσυλοι μπούκαραν και έκλεψαν εκκλησία στο Βένετο
Μέσα σε λίγες ημέρες είχαν χαθεί δεκαεννέα ιερές εικόνες. Το χωριό σηκώθηκε στο πόδι. Οι κάτοικοι μιλούσαν για πρωτοφανή βεβήλωση. Η Μητρόπολη Δημητριάδος ενημερώθηκε άμεσα, όπως και η Αστυνομία, που ξεκίνησε εκτεταμένες έρευνες.

Για τον π. Ιωάννη, όμως, η πληγή ήταν βαθύτερη.
Εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνια υπηρετεί στους ίδιους ναούς. Έχει βαπτίσει παιδιά που σήμερα είναι γονείς, έχει τελέσει γάμους, κηδείες, γιορτές και πανηγύρια. Γνώριζε κάθε εικόνα, κάθε κειμήλιο, κάθε σημείο των εκκλησιών σαν το σπίτι του.

«Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο βέβηλο χέρι τόλμησε να το κάνει αυτό. Δεν ήταν η αξία των εικόνων που με πονούσε περισσότερο. Ήταν ότι κάποιοι μπήκαν μέσα στον οίκο του Θεού και άρπαξαν κομμάτια της πίστης του τόπου μας», είπε στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ
Εκείνες τις ημέρες ο ίδιος δεν έκρυβε την αγωνία του. Φοβόταν πως οι εικόνες θα χάνονταν για πάντα σε κάποια ιδιωτική συλλογή ή θα κατέληγαν παράνομα στο εξωτερικό.

Το πολύτιμο αρχείο άνοιξε δρόμους
Όμως, χωρίς να το γνωρίζουν οι δράστες, υπήρχε ο άνθρωπος που είχε φροντίσει πριν από πολλά χρόνια να προστατεύσει αυτή την εκκλησιαστική κληρονομιά.
Το 1999, πολύ πριν αρχίσει να γίνεται συστηματική η ψηφιακή καταγραφή εκκλησιαστικών κειμηλίων, ο π. Ιωάννης είχε πάρει μια πρωτοβουλία που τότε πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.
Κατέγραψε μία προς μία όλες τις εικόνες και τα πολύτιμα κειμήλια των δύο ναών. Τις φωτογράφισε, σημείωσε τα χαρακτηριστικά τους και δημιούργησε ηλεκτρονικό αρχείο.

«Το έκανα γιατί πίστευα ότι έπρεπε να υπάρχει ένα πλήρες αρχείο. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ερχόταν η ημέρα που θα αποδεικνυόταν τόσο σημαντικό», λέει.
Εκείνη η καταγραφή έμελλε να αποδειχθεί ανεκτίμητη. Μόλις έγινε γνωστή η κλοπή, ο π. Ιωάννης παρέδωσε ολόκληρο το αρχείο στη Μητρόπολη και στις αστυνομικές αρχές.
Οι φωτογραφίες, οι περιγραφές και τα στοιχεία των εικόνων έγιναν βασικό εργαλείο για την ταυτοποίησή τους και βοήθησαν ουσιαστικά στην εξέλιξη της έρευνας.
Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν γεμάτοι αγωνία. Οι αστυνομικές αρχές συνέχισαν αθόρυβα τις έρευνες, ενώ οι κλεμμένες εικόνες παρέμεναν άφαντες. Κανείς δεν γνώριζε αν βρίσκονταν ακόμη στην Ελλάδα ή αν είχαν ήδη περάσει τα σύνορα για να καταλήξουν σε κάποιο παράνομο κύκλωμα διακίνησης αρχαιοτήτων και εκκλησιαστικών κειμηλίων.
Η εξέλιξη ήρθε όταν οι δράστες επιχείρησαν να διαθέσουν μέρος της λείας τους μέσω διαδικτύου.
Οι αναρτήσεις δεν πέρασαν απαρατήρητες. Οι φωτογραφίες των εικόνων, σε συνδυασμό με το αναλυτικό αρχείο που είχε δημιουργήσει ο π. Ιωάννης ήδη από το 1999, έδωσαν στους αστυνομικούς τη δυνατότητα να ταυτοποιήσουν με βεβαιότητα τα κειμήλια και να ξεκινήσουν τη διαδικασία εντοπισμού τους.
Ακολούθησε πολύμηνη έρευνα και οργανώθηκε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση. Οι περισσότερες από τις κλεμμένες εικόνες εντοπίστηκαν στην Κρήτη, στην κατοχή κυκλώματος που επιχείρησε να τις διοχετεύσει στην παράνομη αγορά.
Από την Εφορία Νεωτέρων Μνημείων στο σπίτι τους
Η περιπέτεια όμως δεν είχε ακόμη τελειώσει. Οι εικόνες δεν μπορούσαν να επιστρέψουν αμέσως στους ναούς του Κατηχωρίου.
Μεταφέρθηκαν στην Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, όπου ακολούθησε νέα καταγραφή, ταυτοποίηση και λεπτομερής έλεγχος από τους ειδικούς. Έπρεπε να διαπιστωθεί αν είχαν υποστεί φθορές κατά τη μεταφορά και την παράνομη διακίνησή τους, αλλά και αν απαιτούνταν εργασίες συντήρησης πριν επιστρέψουν στη θέση τους.
Οι εβδομάδες έγιναν μήνες. Στο Κατηχώρι, όμως, κανείς δεν έπαψε να περιμένει.
Κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα της εκκλησίας, το βλέμμα των κατοίκων έπεφτε στα άδεια σημεία του τέμπλου. Τα κενά ήταν μια καθημερινή υπενθύμιση της ιεροσυλίας που είχε πληγώσει ολόκληρη την τοπική κοινωνία.
Περισσότερο από όλους περίμενε ο π. Ιωάννης.
Δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να επικοινωνεί με τις αρμόδιες υπηρεσίες, ζητώντας ενημέρωση για την πορεία της διαδικασίας. Ήθελε οι εικόνες να επιστρέψουν εκεί όπου για δεκαετίες αποτελούσαν σημείο αναφοράς για τους πιστούς.
Η πολυπόθητη ημέρα έφτασε λίγο πριν από τη γιορτή της Αγίας Παρασκευής.
Η υποδοχή των εικόνων εξελίχθηκε σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχει ζήσει το χωριό τα τελευταία χρόνια.
«Αυτή ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Όλο αυτό το διάστημα είχα γίνει ράκος. Ένιωθα πως κουβαλούσα μέσα μου ένα τεράστιο βάρος. Σήμερα νιώθω ότι έφυγε από πάνω μου. Είναι σαν να ξαναβρήκα ζωή», δήλωσε ο π. Ιωάννης συγκινημένος.
Πηγή: ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ/ΒΑΣΩ ΚΥΡΙΑΖΗ













