Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου, 2026 12:30
ΕλλάδαΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τέμπη: Στον εισαγγελέα η δικογραφία για την αλλοίωση στον χώρο του δυστυχήματος – Οι καταθέσεις Τριαντόπουλου και Αγοραστού






Στην τελική ευθεία μπαίνει η ανάκριση από την ανακρίτρια του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου, Φωτεινή Μηλιώνη, για την παράνομη αλλοίωση του χώρου του δυστυχήματος στα Τέμπη.

Μετά την ολοκλήρωση των απολογιών των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων είναι ο πρώην υφυπουργός Χρήστος Τριαντόπουλος, ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κωνσταντίνος Αγοραστός και πέντε στελέχη της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας, η Φ. Μηλιώνη κηρύττει το πέρας της ανάκρισης και η δικογραφία θα διαβιβαστεί στον εισαγγελέα προκειμένου να συντάξει την πρότασή του προς το Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου που έχει και τον τελευταίο λόγο για το εάν και ποιοι κατηγορούμενοι θα παραπεμφθούν στο Ειδικό Δικαστήριο.

Η βασική αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται είναι αυτή της παράβασης καθήκοντος σε βαθμό πλημμελήματος, αν και συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας έχουν ζητήσει επανειλημμένως να τους αποδοθεί κακουργηματική κατηγορία. Στις απολογίες τους, που αποκαλύπτει η Realnews, όλοι οι εμπλεκόμενοι αρνήθηκαν όσα τους αποδίδονται, υποστηρίζοντας ότι λειτούργησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους.

Ο Χρ. Τριαντόπουλος ως υπεύθυνος κρατικής αρωγής και μόνο, ο Κ. Αγοραστός «επικουρικά» με κύριο μέλημα εκείνες τις ώρες «να σωθούν ζωές και να μπορούν οι διασώστες να επιχειρούν με ασφάλεια» και τα στελέχη της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας βάσει των νομίμων προβλεπομένων εκ της ιδιότητάς τους.

«Αυθόρμητη συγκέντρωση»

Ο πρώην υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, Χρ. Τριαντόπουλος, ανέφερε πως ο ρόλος του στον χώρο της τραγωδίας περιοριζόταν αποκλειστικά στην κρατική αρωγή και στην ενημέρωση των πολιτών, χωρίς καμία εμπλοκή σε επιχειρησιακές ή ανακριτικές αποφάσεις. Αποδίδει τα περί παρακολούθησης και συντονισμού του που αναφέρονται στο κατηγορητήριο σε «παρανόηση του περιεχομένου δελτίων Τύπου που εξέδωσα εκείνη την περίοδο», ενώ χαρακτηρίζει «αυθόρμητη συγκέντρωση για ανταλλαγή απόψεων» τη σύσκεψη παραγόντων στις 3/3/2023 όπου φέρεται να αποφασίστηκε το αποκαλούμενο «μπάζωμα» του χώρου.

Ο Χρ. Τριαντόπουλος υποστήριξε ότι δεν είχε καμία αποφασιστική ανάμειξη στις ενέργειες που διερευνώνται -όπως η μεταφορά χωμάτων, η μετακίνηση βαγονιών και οι εργασίες επίστρωσης- τονίζοντας ότι «οι επίμαχες πράξεις αποφασίστηκαν και υλοποιήθηκαν από άλλους, τους κατά περίπτωση αρμοδίους, και όχι από εμένα».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα του χρόνου, επισημαίνοντας ότι οι βασικές εργασίες στο πεδίο έγιναν πριν από την άφιξή του. Οπως είπε, «οι εκχωματώσεις και οι μεταφορές χωμάτων και βαγονιών έλαβαν χώρα στις 1/3/2023 και 2/3/2023, όταν είτε δεν βρισκόμουν καν στη Λάρισα είτε δεν είχα μεταβεί ακόμη στον χώρο του δυστυχήματος».

Ο ίδιος ανέφερε ότι βρέθηκε για πρώτη φορά στον τόπο της τραγωδίας το απόγευμα στις 3/3/2023, «μόνο για να ενημερωθώ και να προβώ σε προγραμματισμένη τηλεοπτική δήλωση».

Για τη μεταφορά της ποσότητας των 300, κατά το κατηγορητήριο, κυβικών χώματος από τον τόπο του δυστυχήματος, υποστήριξε πως «από σωρεία αποδεικτικών μέσων προκύπτει πως αυτή έγινε στις 1/3/2023 και 2/3/2023, σε υλοποίηση των δύο αποφάσεων του ΣΟΠΠ στο οποίο δεν συμμετείχα, και πάντως είχε ολοκληρωθεί το αργότερο το πρωί της 3/3/2023, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της εκεί δικής μου αφίξεως (απόγευμα 3/3/3023)».

Ως προς τον λόγο της μεταφοράς των χωμάτων, αναφέρεται στις καταθέσεις των εργολάβων που ανέλαβαν το έργο: «Τους ζητήθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και την Πολιτική Προστασία επειδή τα χώματα εμπόδιζαν την επιχείρηση έρευνας και διάσωσης… Επίσης, οι ίδιοι μάρτυρες βεβαιώνουν ότι, προ της μεταφοράς των χωμάτων στο οικόπεδο του Ευαγγελισμού, άνδρες της Π.Υ. τα είχαν ελέγξει και ότι, σε κάθε περίπτωση, τα χώματα ελήφθησαν από σημείο ευρισκόμενο προς την πλευρά των Τεμπών και σε σημαντική απόσταση από το σημείο του δυστυχήματος (ώστε ουδέν το ενδιαφέρον να δύναται να βρίσκεται εντός αυτών). Η μεταφορά τούτη ολοκληρώθηκε το μεσημέρι της 3/3/2023, δηλαδή προ της δικής μου αφίξεως στον χώρο, που έγινε το απόγευμα της ιδίας ημέρας…».

Για τη μεταφορά των βαγονιών στο Κουλούρι επικαλέστηκε επίσης καταθέσεις μαρτύρων, σύμφωνα με τις οποίες η ενέργεια έγινε κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης ανακρίτριας Λάρισας που επιλήφθηκε της υπόθεσης, μετά την ολοκλήρωση του έργου των πραγματογνωμόνων. «Παράβαση καθήκοντος θα συνιστούσε οποιαδήποτε απόπειρα παρεμπόδισης μεταφοράς που είχε διαταχθεί από την ανακριτική Αρχή», ανέφερε.

Ο Χρ. Τριαντόπουλος απέρριψε επίσης τα περί «μπαζώματος» με σκοπό τη συγκάλυψη, κάνοντας λόγο για «εξωφρενική εκδοχή» που, όπως υποστήριξε, έχει καταρριφθεί από τις πραγματογνωμοσύνες της δικογραφίας. «Αποδεικνύεται ότι η εμπορική αμαξοστοιχία μετέφερε μόνο το δηλωμένο φορτίο της και ότι η φωτιά οφείλεται σε τεχνικά αίτια που σχετίζονται με τη σύγκρουση», σημείωσε.

«Κυβερνητικό στέλεχος»

Στην ίδια γραμμή, αυτή της άρνησης, κινήθηκε κατά την απολογία του και ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Κ. Αγοραστός, που δήλωσε επίσης αναρμόδιος να δώσει την όποια εντολή, καθώς ο ρόλος της περιφέρειας ήταν «επικουρικός». Οπως είπε, το θέμα της αποκατάστασης του δικτύου τέθηκε από στέλεχος της κυβέρνησης, και συγκεκριμένα από τον τότε γενικό γραμματέα Μεταφορών στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, Γιάννη Ξιφαρά. «Η συνάντηση της 3/3/2023 αφενός δεν έγινε με δική μου πρωτοβουλία, αφετέρου ουδέποτε εισηγήθηκα οποιοδήποτε θέμα σε αυτή ούτε συντόνιζα τη σχετική συζήτηση. Το ζήτημα για την αποκατάσταση του δικτύου δεν ήταν ζήτημα που ενδιέφερε την περιφέρεια αλλά είχε τεθεί από το στέλεχος της κυβέρνησης, τον Γιάννη Ξιφαρά, και σε κάθε περίπτωση δεν σχετίζεται με την αποδιδόμενη κατηγορία…».

Επιχειρώντας να αποδομήσει τις καταθέσεις του τότε διευθυντή της Τροχαίας Λάρισας, Βασίλη Βλαχογιάννη, που τον εμπλέκουν στο «μπάζωμα», υποστηρίζει πως «ο κύριος Βλαχογιάννης (ο οποίος μάλιστα ως διευθυντής της Τροχαίας Λάρισας είναι προανακριτικός υπάλληλος βαρυνόμενος με καθήκον διατήρησης αποδείξεων και πειστηρίων) ψεύδεται, όταν καταθέτει αφενός ότι η συνάντηση έγινε με δική μου εισήγηση και συντονισμό και αφετέρου ότι ο ίδιος τάχα δήλωσε αναρμόδιος να συμφωνήσει και ότι μόνη αρμόδια είναι η κυρία ανακρίτρια, αφήνοντας να εννοηθεί ότι εγώ παρανομούσα, ενώ εκείνος όχι. Τον κύριο Βλαχογιάννη διαψεύδει ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συντήρησης Γραμμής του ΟΣΕ, ο οποίος στις 21/3/2025 και 2/7/2025 καταθέσεις του αναφέρει ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά αρχικά με την Πυροσβεστική και αφού έγινε επανέλεγχος, επικοινώνησε με τον κύριο Βλαχογιάννη, τον ρώτησε αν μπορούν να ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης και εκείνος, αφού επικοινώνησε με την αρμόδια δικαστική Αρχή, επανήλθε και του είπε ότι μπορούν να ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης της γραμμής. Μετά ταύτα απορώ πώς είναι δυνατόν ο κύριος Βλαχογιάννης να μου καταλογίζει ότι κατά παράκαμψη των αρμοδίων δικαστικών Αρχών έθεσα ζήτημα αποκατάστασης της σιδηροδρομικής γραμμής, την οποία οι αρμόδιες δικαστικές Αρχές είχαν ήδη εγκρίνει! Ο κύριος Βλαχογιάννης δεν αποκρύπτει μόνον αυτό, αλλά και το ότι ήταν εκείνος που οργάνωσε τη μεταφορά των συντριμμιών στη θέση Κουλούρι». Και αυτό, όπως υποστηρίζει, «προκύπτει από την κατάθεση υπαλλήλου της Hellenic Train ενώπιόν σας…».

Εκτός των παραπάνω, η παρουσία στον τόπο του δυστυχήματος 281 υπαλλήλων της Πυροσβεστικής και 295 αστυνομικών, βάσει εγγράφων που επικαλείται, του δημιούργησε, όπως σημειώνει, «την απόλυτη βεβαιότητα ότι κάθε κίνηση γίνεται κατόπιν ελέγχου, συντονισμού και ενημέρωσης των εισαγγελικών και ανακριτικών Αρχών».

«Πώς και με ποιον τρόπο εγώ θα μπορούσα -με δεδομένες τις γνώσεις που διαθέτω- να επέμβω στις ενέργειες των πυροσβεστών και των αστυνομικών εμποδίζοντας ή αποτρέποντάς τους; Πώς είναι δυνατόν να μου αποδίδεται παράβαση καθήκοντος και διά παραλείψεως, όταν ο τόπος του ένδικου συμβάντος είχε τεθεί υπό πλήρη αστυνομικό έλεγχο;», καταλήγει.