Με την απαλλαγή του Διοικητικού Συμβουλίου του Σουρλίγκειου Γηροκομείου Καναλίων της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος και Αλμυρού ολοκληρώθηκε τελικά η δικαστική έρευνα για τους 14 θανάτους μεταξύ των οποίων και μίας εργαζόμενης την τραυματική περίοδο του κορονοϊού στο Ιδρυμα που προκάλεσαν σοκ στην τοπική κοινωνία και μεγάλη αναστάτωση στο Γηροκομείο.
Μετά την προκαταρκτική έρευνα και την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου εξέδωσε απαλλακτικό βούλευμα για τους κατηγορούμενους της υπόθεσης αποδίδοντας τους θανάτους στην ευρεία διάδοση του ιού σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ηλικίας των τροφίμων και τα υποκείμενα νοσήματα που αντιμετώπιζαν.
Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων δεν προέκυψε «ουδένα στοιχείο με επάρκεια ενδείξεων ότι οι κατηγορούμενοι, ο πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, δεν τήρησαν τα αναγκαία και προβλεπόμενα εκ του νόμου μέτρα για την πρόληψη και την αποτροπή διάδοσης του κορονοϊού ή προέβησαν σε πράξη ή παράλειψη», τονίζεται στην απόφασή του.
Η δικαστική έρευνα εξέτασε επισταμένα το προηγούμενο διάστημα αν τελέστηκε εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος και της Διεύθυνσης αυτού, το σε βαθμό κακουργήματος αδίκημα της παραβίασης μέτρων για την πρόληψη ασθενειών για την αποτροπή διάδοσης του Covid – 19 με αποτέλεσμα η ασθένεια να μεταδοθεί σε περισσότερα του ενός πρόσωπα και να επιφέρει το θάνατο σε άλλους 14 ανθρώπους κατά συρροή.
Μετά την εισαγγελική πρόταση και την απόφαση του Συμβουλίου εκδόθηκε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα και η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο
Το απαλλακτικό βούλευμα
Μετά από επισταμένη έρευνα προέκυψε ότι η Διοίκηση του εν λόγω γηροκομείου κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή από τον Δεκέμβριο του 2020 έως τον Μάρτιο του 2021, τηρούσε όλα τα υγειονομικά πρωτόκολλα και τις οδηγίες του ΕΟΔΥ, όπως τήρηση υγιεινής, χρήση μάσκας, τήρηση αποστάσεων, επισταμένη καθαριότητα, απαγόρευση επισκεπτηρίου, διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων για Covid- 19, θερμομέτρηση προσωπικού κ.α.
Παρόλα αυτά στις 7 Ιανουαρίου 2021 ηλικιωμένη τρόφιμος του Ιδρύματος, εμφάνισε συμπτώματα αναπνευστικής δυσλειτουργίας και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου αντιμετωπιζόμενη ως ύποπτο κρούσμα. Εκεί υποβλήθηκε σε μοριακά τεστ με αρνητικό αποτέλεσμα. Στις 14 Ιανουαρίου 2021 λόγω θετικής έκβασης της υγείας της, έλαβε εξιτήριο μετά από αρνητικό αποτέλεσμα μοριακού ελέγχου. Επέστρεψε στο Ιδρυμα και τέθηκε σε καραντίνα και στις 19 Ιανουαρίου επανυποβλήθηκε και πάλι σε τεστ μετά από δειγματοληπτικό έλεγχο στη δομή που διενήργησε κλιμάκιο του ΕΟΔΥ.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας το Ιδρυμα ενημερώθηκε για θετικό αποτέλεσμα με μοριακό τεστ της εν λόγω τρόφιμου. Μεταφέρθηκε άμεσα πάλι στο Νοσοκομείο αλλά ταυτόχρονα το προσωπικό που εργαζόταν εκείνη την ημέρα τέθηκε σε αργία και αντικαταστάθηκα από προσωπικό ασφαλείας, ενώ ακολούθησε απολύμανση του χώρου και το Ιδρυμα εν γένει τέθηκε σε καθολική καραντίνα.
Αποβιώσασα εργαζόμενη κατά το διάστημα από 13 Ιανουαρίου έως 21 Ιανουαρίου απουσίαζε από την εργασία της λόγω προγράμματος εκ περιτροπής εργασίας που εφάρμοζε η Διοίκηση ως μέτρο ασφαλείας.
Στην απόφαση του βουλεύματος τονίζεται ότι είναι δε γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση κατά την επίμαχη χρονική περίοδο του Ιανουαρίου 2021 σε όλη την επικράτεια σημειώθηκε έξαρση των κρουσμάτων όπως και στα Κανάλια όπου διέμενε η εν λόγω εργαζόμενη.
«Συνεπώς δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο νόσηση της εργαζόμενης μέσα και εξαιτίας του περιβάλλοντος του Γηροκομείου αλλά κάλλιστα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανωτέρω ήρθε σε επαφή με τον ιό και νόσησε από άλλο κρούσμα εντός συγγενικού /φιλικού περιβάλλοντος», τονίζεται.
Περαιτέρω τονίζεται ότι συγκέντρωση που έλαβε χώρα 1/1/21 στον χώρο της τραπεζαρίας από τρόφιμους του Γηροκομείου για τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, όπως αναφέρεται, διήρκεσε ελάχιστα λεπτά και έλαβε χώρα πολύ πριν την εκδήλωση του πρώτου κρούσματος κορονοϊού στο Σουρλίγκειο Ιδρυμα.
Η κατάσταση όμως της εμφάνισης κρουσμάτων του ιού εξελίχθηκε δυσμενώς μετά την επιβεβαίωση του πρώτου κρούσματος της τρόφιμου αφού όπως ήταν αναμενόμενο και λόγω της ταχείας εξάπλωσης και των χαρακτηριστικών μετάδοσης αυτού παρά την τήρηση των μέτρων εντός του ιδρύματος, σημειώθηκε αλλεπάλληλη νόσηση κυρίως υπερηλίκων τροφίμων, οι οποίοι πιθανόν ήδη να έπασχαν από υποκείμενα νοσήματα.
«Συμπερασματικά οι διερευνώμενοι θάνατοι κάλλιστα μπορεί να αποδοθούν στην ευρεία διάδοση του ιού σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ηλικίας των τροφίμων και τα υποκείμενα νοσήματα από τα οποία εκείνοι έπασχαν.
Συνεπώς από ουδένα στοιχείο της έρευνας προκύπτει με επάρκεια ενδείξεων ότι οι κατηγορούμενοι ο μεν πρώτος ως πρόεδρος και οι δε λοιποί ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ιδρύματος που εδρεύει στα Κανάλια δεν τήρησαν τα αναγκαία και προβλεπόμενα εκ του νόμου μέτρα για την πρόληψη και την αποτροπή διάδοσης του κορονοϊού στο παραπάνω ίδρυμα ή ότι προέβησαν σε πράξη ή παράλειψη, με αποτέλεσμα να μεταδοθεί η εν λόγω ασθένεια σε περισσότερα του ενός πρόσωπα και να προκληθεί ο θάνατος σε άλλα δεκατέσσερα πρόσωπα εντός του Ιδρύματος», τονίζεται στην απόφαση του βουλεύματος.
Οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με το σκεπτικό του, δεν ενεργοποίησαν με οποιονδήποτε τρόπο μέσω πράξεων ή παραλείψεων οποιαδήποτε πηγή κινδύνου που θα καθιστούσε δυνατή την περαιτέρω πρόκληση κινδύνου μετάδοσης της ασθένειας. Ο συγκεκριμένος ιός, όπως αποδεικνύεται και επιστημονικά, εξελίσσεται αυτοδύναμα, λόγω της ταχείας εξάπλωσής του και της οξείας μεταδοτικότητάς του, ιδίως μεταξύ ηλικιωμένων και ατόμων με υποκείμενα νοσήματα, καταλήγει το Δικαστικό Συμβούλιο μετά και την ολοκλήρωση της κύριας ανάκρισης.













