Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου, 2026 09:18
Ελλάδα

Πώς δρούσε το «δίκτυο Παναγόπουλου»: Οι εταιρείες επικοινωνίας και οι πληρωμές χέρι με χέρι σε μετρητά

Το κρίσιμο εύρημα από την Αρχή για το Ξέπλυμα ήταν ότι οι εταιρίες-οχήματα δεν διέθεταν ούτε το αναγκαίο προσωπικό ούτε την υποδομή για την υλοποίηση των έργων που αναλάμβαναν

Διακίνηση κρατικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων μέσω δικτύου εταιρειών-οχημάτων, απευθείας αναθέσεις σε αναδόχους κατάρτισης που δεν διέθεταν τεχνικά μέσα ή προσωπικό, πληρωμές με μετρητά και περίπου 2,1 εκατομμύρια ευρώ τα οποία άλλαξαν χέρια χωρίς νόμιμη αιτιολογία, ή και για υπηρεσίες που δεν παρασχέθηκαν ενδεχομένως ποτέ…






Κάπως έτσι περιγράφεται ότι λειτουργούσε επί χρόνια το σχήμα διασπάθισης δημοσίου χρήματος, το οποίο εντόπισε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων, στην υπόθεση στην οποία εμπλέκει και τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο, μαζί με άλλα πέντε φυσικά πρόσωπα, για τα οποία κρίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως, από κοινού και σε συνεργασία, προέβησαν στη διάπραξη κακουργηματικής υπεξαίρεσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση.

Στις 3 Φεβρουαρίου 2026, η Αρχή εξέδωσε διάταξη δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, μετά από πόρισμα που διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Η υπόθεση αφορά έξι φυσικά πρόσωπα -καθώς και σειρά εταιριών μέσω των οποίων φέρεται να διακινήθηκαν τα επίμαχα κεφάλαια- για τα οποία, από τη συνεκτίμηση των στοιχείων, η Αρχή διαπιστώνει πως προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ανέπτυξαν κοινή και συντονισμένη δράση, για τη διάπραξη υπεξαίρεσης και την τέλεση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 4557/2018 και του Ποινικού Κώδικα.

Ο ρόλος του προέδρου της ΓΣΕΕ

Ως κεντρικό πρόσωπο της έρευνας της Αρχής εμφανίζεται ο Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας και συνδεδεμένων φορέων (όπως το Ινστιτούτο Εργασίας και τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης της ΓΣΕΕ), φέρεται να συμμετείχε σε υπεξαίρεση κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις για την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Οι φορείς αυτοί διαχειρίζονται σημαντικά κονδύλια από δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, προορισμένα για την επαγγελματική κατάρτιση εργαζομένων.

Οι «εταιρείες-οχήματα» και τα μετρητά

Από την έρευνα της Αρχής προκύπτει ότι η διαχείριση των κονδυλίων γινόταν μέσω ανάληψης έργων, είτε με απευθείας αναθέσεις είτε κατόπιν διαγωνιστικών διαδικασιών, σε συγκεκριμένες εταιρείες προβολής και επικοινωνίας, εκδόσεων, συμβούλων διαχείρισης κεφαλαίων κ.ά, οι οποίες ενίοτε και εναλλάσσονταν μεταξύ τους στις «δουλειές».

Σύμφωνα με πληροφορίες, η τακτική την οποία η Αρχή διαπίστωσε ότι ακολουθούσαν, ήταν η εξής:

* τα νομικά πρόσωπα της ΓΣΕΕ , διέθεταν κονδύλια για την υλοποίηση προγραμμάτων κατάρτισης.

* οι εταιρείες – ανάδοχοι συνήπταν συμβάσεις, εισπράττοντας σε μετρητά μέρος των κεφαλαίων χωρίς νόμιμη αιτία, που είχαν πιστωθεί από το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

* ορισμένες εξ αυτών στερούνταν του απαραίτητου προσωπικού για την ουσιαστική υλοποίηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, γεγονός που, κατά την Αρχή, καταδεικνύει ότι είχαν το ρόλο των εταιριών «οχημάτων» για τη διακίνηση κεφαλαίων.

* τα ποσά κατέληγαν παράνομα στους πραγματικούς δικαιούχους των εταιριών και στον κύριο Παναγόπουλο.

* το ύψος των κονδυλίων που φέρεται να διακινήθηκε με τις δραστηριότητες εκτιμάται ότι υπερβαίνει το ποσό των 2.096.344,19 ευρώ.

Με βάση τις ενδείξεις αυτές, η Αρχή έκρινε ότι προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες πως οι ύποπτοι ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το ποσό αυτό και, στη συνέχεια, το ανέμειξαν με άλλα, νομίμως κατεχόμενα απ’ αυτούς περιουσιακά στοιχεία. Το χρησιμοποίησαν στις εν γένει οικονομικές δραστηριότητές τους και το κατείχαν επί μακρόν, σκοπεύοντας στη νομιμοποίησή του, συγκαλύπτοντας έτσι την αληθή προέλευσή του ώστε να καθίσταται αδύνατος ο εντοπισμός και η δέσμευσή του.

Ενδιάμεσοι «κρίκοι»

Το κρίσιμο εύρημα των ελεγκτών ήταν ότι στην έρευνα για τις εταιρίες που έπαιρναν τα έργα, σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώθηκε πως δεν διέθεταν το αναγκαίο προσωπικό και την απαιτούμενη υποδομή για την υλοποίηση των συμβατικών υποχρεώσεων του έργου κατάρτισης, για το οποίο επελέγησαν. Αυτό το στοιχείο υποδεικνύει, κατά την Αρχή, τη λειτουργία των εταιρειών αυτών ως «ενδιάμεσοι» για τη διοχέτευση κεφαλαίων στους πραγματικούς δικαιούχους (δηλαδή στα εμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα) και όχι ως νόμιμοι ανάδοχοι συμβάσεων έργων.

Κατασχέσεις και δεσμεύσεις

Ωστόσο, συγκαλύπτοντας την αληθή προέλευση και, εν συνεχεία, την κατάληξη των χρημάτων αυτών, η Αρχή κατάφερε να εντοπίσει ένα μέρος μόλις των ποσών που φέρονται πως αποτελούν προϊόντα εγκλήματος.

Προκειμένου να μη χαθεί η δυνατότητα ανάκτησης των χρημάτων από το δημόσιο, η Αρχή έκρινε αναγκαία τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, τίτλων, επενδυτικών και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, καθώς και θυρίδων των εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, μέχρι του ποσού του εκτιμώμενου εγκληματικού προϊόντος. Από τη δέσμευση εξαιρούνται ποσά που αντιστοιχούν σε μισθούς, συντάξεις και βασικές ανάγκες διαβίωσης, καθώς και έξοδα νομικής υποστήριξης των εμπλεκόμενων.

Επιπλέον διέταξε την απαγόρευση εκποίησης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων των ελεγχομένων προσώπων όπως, μεταξύ άλλων, της πλήρους κυριότητας «οικοπέδου, εντός οικισμού, με την υπάρχουσα σε αυτό ισόγεια υπερυψωμένη οικία, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών δύο χιλιάδων ενός (2.001)» ευρισκόμενο σήμερα εντός ορίων της Δημοτικής Κοινότητας Αγίου Στεφάνου.

Οι δεσμεύσεις ισχύουν στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας, έως την τελική κρίση της Δικαιοσύνης για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι φερόμενοι ως εμπλεκόμενοι στο σχήμα. Σε περίπτωση δέσμευσης μετοχών, η Αρχή επιτρέπει κατ’ εξαίρεση, τη μερική ή ολική πώληση ή μεταβίβασή τους, υπό τον όρο, ότι το προϊόν της πώλησης ή μεταβίβασης θα κατατεθεί στους δεσμευθέντες λογαριασμούς του προσώπου.

protothema.gr