Κυριακή, 8 Μαρτίου, 2026 09:42
ΒόλοςΤοπικά

Μαρία – Σοφία Βαΐτση: «Νίκη κάθε παιδί να νιώθει ασφαλές» – Η Εισαγγελέας Ανηλίκων Βόλου καλεί σε συνεργασία όλους






Το μήνυμα αυτό μετέφερε η Διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου εισαγγελέας Μαρία – Σοφία Βαΐτση στην ομιλία της την περασμένη Πέμπτη στην εκδήλωση των τοπικών φορέων για τη σχολική βία και τον εκφοβισμό, στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος.

Στην εκδήλωση ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες εκπροσώπων της «Πρότασης Ζωής», του ΚΕ.Δ.Α.Υ, του Κέντρου Κοινότητας Βόλου, της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ενώ ηχηρή με πολλαπλά μηνύματα ήταν η παρέμβαση της εισαγγελέως ανηλίκων Βόλου και διευθύνουσας την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου Μαρίας – Σοφίας Βαΐτση.

Η κ. Βαΐτση αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά του φαινομένου της σχολικής βίας και τον τρόπο εκδήλωσή της, παρουσίασε το νομοθετικό πλαίσιο και ανέλυσε από την αρχή μέχρι το τέλος που ξεκινούν και που τελειώνουν τα καθήκοντα του εκπαιδευτικού και των συναρμόδιων για την αντιμετώπιση του φαινομένου.

Τόνισε ότι συμπεριφορές με χαρακτηριστικά βίας στο σχολείο δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα περιστατικά, επισημαίνοντας ότι «συνήθως συναντούμε σιωπή, φόβο, αδυναμία διαχείρισης, αποτυχία συνεργασίας μεταξύ σχολείου και οικογένειας και εξάντλησης όλων των άλλων μέσων, όταν πλέον η σχολική βία φτάνει στον εισαγγελέα ανηλίκων».

«Η σχολική βία δεν είναι ένα «πρόβλημα των άλλων» σύμφωνα με την Εισαγγελέα Ανηλίκων, Διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου Μαρία – Σοφία Βαΐτση

Σε κάθε τόνο είπε ότι η αναφορά ενός περιστατικού δεν αποτελεί στιγματισμό για το παιδί που ασκεί τη βία και την οικογένειά του, αντίθετα προστατεύει το υποψήφιο θύμα αλλά και τον ίδιο το θύτη από το να εγκλωβιστεί σε έναν τέτοιο ρόλο για όλη του τη ζωή.

Μας αφορά όλους

Η εισαγγελέας ανηλίκων σημείωσε ότι «η «σχολική βία» δεν είναι ένα «πρόβλημα των άλλων». Είναι ένα φαινόμενο που μας αφορά όλους: το σχολείο, την οικογένεια, την κοινωνία και, τελικά, τη Δικαιοσύνη». Η ίδια διευκρίνισε ότι ο Εισαγγελέας Ανηλίκων δεν υπάρχει για να τιμωρεί παιδιά, αλλά για να τα προστατεύει — ακόμη και όταν έχουν παραβεί κανόνες.

Τι είναι η σχολική βία

Η σχολική βία δεν είναι μόνο «τα χτυπήματα στην αυλή του σχολείου ή μέσα στη σχολική τάξη».

Όπως ενημέρωσε, είναι ο συστηματικός εξευτελισμός, η λεκτική απαξίωση, ο αποκλεισμός, η ψηφιακή παρενόχληση, η απειλή, ο φόβος. Δεν γεννιέται στο σχολείο …εκδηλώνεται στο σχολείο.

Πίσω από την πλειοψηφία των περιστατικών σχολικής βίας οι αρμόδιοι συναντούν παιδιά που έχουν βιώσει παραμέληση ή κακοποίηση στο οικογενειακό τους περιβάλλον, παιδιά που διαπαιδαγωγούνται στο σπίτι τους χωρίς σαφή όρια και κανόνες, παιδιά που δεν έχουν μάθει πώς να εκφράζουν το θυμό, τη ματαίωση ή την ανασφάλειά τους με λόγια. «Το σχολείο, λοιπόν, δεν είναι η αιτία· είναι ο καθρέφτης», είπε.

Η μάχη δίνεται στο στάδιο της πρόληψης

«Η πρόληψη» είναι το στάδιο που.. ή «κερδίζεται», ή «χάνεται η μάχη», σύμφωνα με την ίδια. Δεν πρέπει να αποτελεί «σύνθημα» · αλλά πράξη καθημερινή.

«Ξεκινά από τον εκπαιδευτικό… που παρατηρεί και αντιλαμβάνεται το «ήσυχο παιδί» που αποσύρεται και αποστασιοποιείται κοινωνικά, τον γονέα … που δεν αγνοεί τις αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού του, το σχολείο… που δεν υποτιμά τα «μικρά περιστατικά».

Οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς δεν πρέπει να βλέπουν τα περιστατικά ως μεμονωμένα, αλλά να συνεργάζονται, ώστε να εντοπιστούν τα αίτια, να υποστηριχθεί το παιδί και να εφαρμοστούν κατάλληλα μέτρα, είτε πρόκειται για υποστηρικτικά προγράμματα στο σχολείο, είτε για παρέμβαση θεσμικών οργάνων.

Η εμπειρία δείχνει ότι η έγκαιρη παρέμβαση, με συνεργασία σχολείου και οικογένειας, πριν παγιωθούν ρόλοι «θύτη» και «θύματος», και πριν η βία γίνει τρόπος επικοινωνίας προστατεύει όχι μόνο το παιδί–θύμα, αλλά και το παιδί που εκδηλώνει τη βία, αποτρέποντας την επανάληψη θυματοποίησης, διασφαλίζοντας την κοινωνική επανένταξη του θύτη και αποτρέποντας την εμπλοκή του παιδιού με το σύστημα δικαιοσύνης», σημείωσε.

«Και εδώ θέλω να είμαι απολύτως σαφής: η Δικαιοσύνη δεν θέλει να μπαίνει στο σχολείο …δεν είναι αυτός ο ρόλος της! Θέλει να παραμένει έξω από αυτό— ως έσχατη εγγύηση. Όχι ως μόνιμος συνοδοιπόρος!», διευκρίνισε η ίδια.

Η διαχείριση του περιστατικού

Πώς φτάνει η πληροφορία για την εκδήλωση σχολικής βίας στον εισαγγελέα όμως; Απαντώντας στο ερώτημα αυτό η εισαγγελέας ανηλίκων υπογράμμισε ότι ο εκπαιδευτικός, ο διευθυντής του Σχολείου, ο κοινωνικός λειτουργός, ο ψυχολόγος του σχολείου, είναι εκείνοι που «ηθικά» ως επιτάσσει το λειτούργημά τους, οφείλουν να ενημερώσουν τον Εισαγγελέα ή την Αστυνομική Αρχή, ώστε εκείνοι θεσμικά να παρέμβουν.

Όπως ανέπτυξε, «σύμφωνα με το άρθρο 23 του Ν.3500/2006 περί ενδοοικογενειακής βίας, προβλέπεται «νομική υποχρέωση» σε παραχρήμα αναφορά ενώπιον των αρμοδίων διωκτικών Αρχών, των κάτωθι επαγγελματιών, στα καθήκοντα των οποίων ανάγεται η ενασχόληση με τα ανήλικα, και συγκεκριμένα του παιδαγωγού, του εκπαιδευτικού, του μέλους του ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού ή του ειδικού βοηθητικού προσωπικού της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, του κοινωνικού λειτουργού, του ψυχολόγου, του επιμελητή, του προπονητή, του ιατρού, του φαρμακοποιού, του φυσικοθεραπευτή, των μελών του προσωπικού και των Προϊσταμένων των Κέντρων Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης (Κ.Ε.Σ.Υ.) του άρθρου 6 και της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 4547/2018.

Η νομική υποχρέωση ισχύει χωρίς οι παραπάνω επαγγελματίες να προβληματίζονται, ως είθισται, μήπως με την ανακοίνωση/γνωστοποίηση των στοιχείων του ανηλίκου μαθητή και των μελών της οικογενείας του παραβιάζει το νόμο προστασίας προσωπικών δεδομένων, αφού πλέον, ο ίδιος ο νομοθέτης ουσιαστικά τους υποχρεώνει στη γνωστοποίηση αυτών.

Πλέον, ρητά προβλέπεται ότι δεν εγκαλούνται, δεν ενάγονται, δεν διώκονται πειθαρχικά, δεν απολύονται, ούτε υφίστανται άλλου είδους κυρώσεις ή δυσμενή μεταχείριση, για το περιστατικό που ανέφεραν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά μόνο εάν προέβησαν εν γνώσει τους σε ψευδή αναφορά».

Αναφορικά, δε, με την κλήση τους στο Δικαστήριο ως μάρτυρες, είπε ότι «προβλέπεται να εξεταστούν στο ακροατήριο ως μάρτυρες, μόνο στην περίπτωση που το έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας δεν αποδεικνύεται με οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο». Προς τούτο, συμβούλεψε «στις αναφορές σας να είστε όσο το δυνατόν περισσότερο συγκεκριμένοι και σαφείς, να είναι ορισμένες κατά τόπο και χρόνο οι αναφορές σας, με παράθεση όλων εκείνων των στοιχείων και γεγονότων που υπέπεσαν στην αντίληψή σας, κατά την άσκηση των καθηκόντων σας, προς υποβοήθηση του ανακριτικού έργου των διωκτικών Αρχών».

Ο ρόλος του εισαγγελέα ανηλίκων

δεν είναι να «αναζητήσει ενόχους

Η ίδια σημείωσε ακόμη ότι ο ρόλος του εισαγγελέα ανηλίκων αποτελεί το βασικό εγγυητή των δικαιωμάτων των ανηλίκων σε μία ευνομούμενη Πολιτεία, επεμβαίνοντας πρωτίστως προληπτικά και εν τέλει κατασταλτικά.

Είπε ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δεν έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά παιδαγωγικό, προστατευτικό και υποστηρικτικό σκοπό για την εν γένει στήριξη της οικογένειας.

«Για κάθε εκδήλωση σχολικής βίας, η ποινική ευθύνη των παιδιών (ηλικίας άνω των 12 ετών) και των γονέων τους σαφώς και υπάρχει — αλλά προηγείται έναντι όλων η προστασία», είπε.

Θεσμική προστασία για όλα τα παιδιά

Η κα. Βαΐτση επισήμανε επίσης ότι η Δικαιοσύνη δεν προστατεύει μόνο το παιδί που υπέστη βία. Προστατεύει και το παιδί που άσκησε βία, διότι και αυτό συχνά είναι παιδί εκτεθειμένο σε κίνδυνο.

«Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο για την κοινωνία μας: να κατανοήσει ότι η αναγνώριση της πράξης και η γνωστοποίησή της στις Αρχές δεν σημαίνει στιγματισμό του παιδιού.

Ο Εισαγγελέας Ανηλίκων στέκεται δίπλα στο θύμα, για να νιώσει ασφάλεια και δικαίωση και δίπλα στον ανήλικο δράστη, για να μην εγκλωβιστεί σε έναν ρόλο που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

«Τιμωρός» ή «καταφύγιο»;

Αν ο εισαγγελέας ανηλίκων ήταν «τιμωρός», θα εμφανιζόταν μόνο στο τέλος της ιστορίας.

Όμως, όπως είπε, «στην πραγματικότητα ο ρόλος του είναι να λειτουργεί ως θεσμικό καταφύγιο για το παιδί, σημείο αναφοράς όταν όλα τα άλλα μέτρα έχουν αποτύχει, εγγυητής ότι κανένα παιδί δεν θα μείνει απροστάτευτο.

Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς εσάς, τους εκπαιδευτικούς… που βλέπουν πρώτοι, με διορατικότητα και ευαισθησία, τους γονείς… που ασκούν τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους με αφοσίωση και υπευθυνότητα, απεκδύοντας το «εγώ» τους, τη συνεργασία όλων μας.

Κάθε παιδί που νιώθει ασφαλές, κάθε παιδί που ακούγεται και προστατεύεται, είναι μία «νίκη» για όλους μας. Η βία δεν σταματά με σιωπή ή φόβο· σταματά όταν σχολείο, οικογένεια και Πολιτεία συνεργάζονται για τη φροντίδα και τη στήριξή του. Το καθήκον του εισαγγελέα ανηλίκων είναι να διασφαλίσει ότι κανένα παιδί δεν μένει μόνο, να προστατεύσει, να καθοδηγήσει και να αποκαταστήσει το παιδί. Όταν όλοι αναλάβουμε την ευθύνη μας, η πρόληψη, η δικαιοσύνη, η ασφάλεια και η εμπιστοσύνη γίνονται πράξη, και κάθε παιδί έχει την ευκαιρία να αναπτυχθεί με αξιοπρέπεια και ελπίδα», κατέληξε.