Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου, 2026 08:28
Υπογεννητικότητα: Πάνω από τους μισούς Έλληνες δεν αποκτούν παιδιά για οικονομικούς λόγους
Ελλάδα

Έκθεση-σοκ από τις Βρυξέλλες: Η Ελλάδα αργοπεθαίνει, κάτω από 9 εκατομμύρια ο πληθυσμός της ως το 2055 -Προς αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης






Ακόμα χειρότερες από τις προηγούμενες προβλέψεις, είναι οι εκτιμήσεις της Κομισιόν για τη γήρανση του πληθυσμού στην Ευρώπη, της Ελλάδας μη εξαιρουμένης.

Οι προβολές δείχνουν σταθερά μειωμένες γεννήσεις και αύξηση του προσδόκιμου ζωής εγείροντας εκ των πραγμάτων ερωτήματα για την απασχόληση και τις αντοχές των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Για την Ελλάδα, με δεδομένη τη διασύνδεση του προσδόκιμου ζωής με τα όρια
ηλικίας συνταξιοδότησης, οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπολογίζουν ότι τα ανώτατα όρια εξόδου θα αυξηθούν στα 70 έτη ως το 2055.

Η Ελλάδα, εμφανίζεται να έχει μια από τις ταχύτερες μειώσεις πληθυσμού, καθώς μεταξύ 2025 και 2055, η χώρα θα έχει “συρρικνωθεί” κατά 14%, ενώ σε ορίζοντα 55 ετών, δηλαδή ως το 2080, ο πληθυσμός θα έχει μειωθεί συνολικά κατά 26%! Όπως προκύπτει από το “Ageing Report 2027”, από τα περίπου 10,4 εκατομμύρια, που αριθμούσε ο πληθυσμός της Ελλάδας το 2025, το 2055 θα έχει πέσει στα 8,9 εκατομμύρια, ενώ σε μια γενιά από τώρα, δεν θα ζουν στη χώρα μας πάνω από 7,6 εκατομμύρια. Η προβολή αυτή είναι από τις πιο “μαύρες” στην Ευρώπη, καθώς μόνο η Βουλγαρία, η Λιθουανία και η Πολωνία, θα βιώσουν μεγαλύτερες ή ανάλογες μειώσεις στον πληθυσμό τους.

Σύμφωνα με τις βασικές δημογραφικές προβλέψεις, ο πληθυσμός της ΕΕ θα φτάσει στο υψηλότερο σημείο του μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας. Προβλέπεται να αυξηθεί κατά μόλις ένα εκατομμύριο τα επόμενα χρόνια, φτάνοντας τα 453 εκατομμύρια άτομα το 2029.

Στη συνέχεια, ο πληθυσμός θα αρχίσει να μειώνεται, φτάνοντας τα 414 εκατομμύρια το 2080. Πρόκειται για προβλεπόμενη μείωση κατά 8%, η οποία θα σημειωθεί κυρίως κατά το δεύτερο μισό της περιόδου πρόβλεψης.

Η Ελλάδα αργοπεθαίνει
Οι εκτιμήσεις αυτές για την Ελλάδα είναι εφιαλτικές, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι ο “δείκτης γονιμότητας”, δηλαδή η αναλογία παιδιών ανά μητέρα, υπολογίζεται ότι θα έχει αυξηθεί σε αυτό το χρονικό διάστημα. Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Κομισιόν, αυτή η αύξηση δεν είναι αρκετή για να καλύψει το χάσμα των γενεών.

Το 1960, ο δείκτης αυτός στη χώρα μας διαμορφωνόταν στο 2,23, δηλαδή στατιστικά αναλογούσαν 2,23 παιδιά σε κάθε μητέρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 80’ ο δείκτης αυτός παρέμενε στα ίδια επίπεδα και δύσκολα μπορούσε να προβλέψει κανείς αυτό που θα ακολουθούσε.

Η αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού μοντέλου και οι οικονομικές κρίσεις, είχαν ως αποτέλεσμα την κατάρρευση του δείκτη γονιμότητας στο 1,25 το 2000 και στο 1,20 το 2025. Αν και εκτιμάται ότι ο δείκτης αυτός θα ανακάμψει στο 1,45 το 2080, επ’ ουδενί μπορεί να καλυφθεί το “κενό” που έχει δημιουργηθεί.

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος αφορά στη βιωσιμότητα της ίδιας της οικονομίας και δεν μιλάμε μόνο για το συνταξιοδοτικό σύστημα. Η ταχεία γήρανση του πληθυσμού έχει ως αποτέλεσμα και τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό για τη ροή των εσόδων στα κρατικά ταμεία, άρα και για τις δυνάμενες κρατικές δαπάνες.

Αυτήν τη στιγμή, η αναλογία των άνω των 65 ετών, σε σχέση με τις λεγόμενες παραγωγικές ηλικίες 20- 64 ετών, διαμορφώνεται στο 41,3%, δηλαδή σαφώς πάνω από τον μέσο όρο του 38% στην ΕΕ. Το ποσοστό αυτό θα φτάσει στο 70,6% το 2055, πριν υποχωρήσει οριακά στο 69,3% το 2080. Αν βάλει κανείς στην εξίσωση και τον πληθυσμό κάτω από τα 20 έτη, δηλαδή μαθητές και φοιτητές, τότε το συνολικό ποσοστό των εξαρτώμενων από το εργατικό δυναμικό της χώρας, διαμορφώνεται τώρα στο 72,4% και υπολογίζεται ότι θα φτάσει στο 101,5% το 2055.

Ακόμα χειρότερα είναι τα νούμερα, όσον αφορά στον δείκτη οικονομικής εξάρτησης λόγω γήρατος, οποίος αποτελεί έναν συνοπτικό δείκτη των αναμενόμενων μακροοικονομικών επιπτώσεων της δημογραφικής γήρανσης.

Ο δείκτης εκφράζει τον μη ενεργό πληθυσμό τρίτης ηλικίας (65+) ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης (ηλικίας 20-64 ή 15-74). Στα καθ’ ημάς, το εν λόγω ποσοστό από 55,3% σήμερα, θα ανέβει στο 85,5% το 2055.

Η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης
Στην ΕΕ, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση προβλέπεται να αυξηθεί κατά 7 έτη για τους άνδρες, από 79 σε 86, και κατά 6 έτη για τις γυναίκες, φτάνοντας τα 90 έτη έως το 2080, ενώ το προσδόκιμο ζωής που απομένει στην ηλικία των 65 ετών προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου 5 έτη τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες στην ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου πρόβλεψης. Αντίστοιχες είναι οι προβλέψεις για την Ελλάδα, κάτι που σημαίνει πρακτικά ότι ενώ ο πληθυσμός θα γερνάει όλο και περισσότερο, δεν θα υπάρχουν αντίστοιχες “ενέσεις” νέων ανθρώπων, για να διατηρούν τις κοινωνικοοικονομικές ισορροπίες.

Με αυτά τα δεδομένα τίθεται εκ των πραγμάτων το ερώτημα για τις αντοχές των ασφαλιστικών συστημάτων. Η Έκθεση δεν εξετάζει το δύσκολο θέμα της βιωσιμότητας για κάθε χώρα ξεχωριστά, καταγράφοντας τις αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια και παρατηρώντας ότι τα αυστηρότερα κριτήρια επιλεξιμότητας και τα ισχυρότερα αντικίνητρα συνταξιοδότησης θα ωθήσουν τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας να παραμείνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο εργατικό δυναμικό και να αναβάλουν τη συνταξιοδότησή τους. Ως αποτέλεσμα, η συμμετοχή των ηλικιωμένων ομάδων προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά σε πολλές χώρες, ενώ η ηλικία κατά την οποία οι άνθρωποι αποχωρούν από την αγορά εργασίας αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου δύο έτη κατά μέσο όρο στην ΕΕ έως το 2080.

Ειδικά για την Ελλάδα, η Κομισιόν σημειώνει ότι από το 2021, η ελάχιστη και η νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τις μεταβολές του προσδόκιμου ζωής στην ηλικία των 65 ετών. Η προσαρμογή του 2021 ακυρώθηκε, όμως, επειδή η πανδημία COVID-19 είχε προκαλέσει πτώση του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη. Το 2024, η μεταβολή του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη σε σχέση με το 2010 ήταν μικρότερη από ένα έτος, οπότε ο μηχανισμός δεν ενεργοποιήθηκε, διατηρώντας τις ηλικίες συνταξιοδότησης στα 67 και 62 έτη.

Η εκτίμηση είναι, όμως, ότι αυτό θα αλλάξει λίαν συντόμως. Έτσι, υπολογίζεται ότι το 2030 το όριο των 67 ετών θα έχει ανέβει στα 68 έτη, το 2055 θα έχει φτάσει στα 70 έτη, ενώ η νέα γενιά θα πρέπει να δουλεύει ως τα 72 έτη το 2080.

Μόνο τυχαία δεν είναι η σύσταση του ΟΟΣΑ σε όλα τα μέλη του, για ενίσχυση των κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στα ασφαλιστικά συστήματα, διαβλέποντας τον κίνδυνο κατάρρευσης των αναδιανεμητικών συστημάτων, λόγω της ραγδαίας μείωσης του πληθυσμού/εργατικού δυναμικού.

Σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, εκτός από μία, ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων πρέπει να συμπληρώνουν τις υποχρεωτικές συντάξεις τους με εθελοντικές εισφορές, προκειμένου να εξασφαλίσουν επαρκές εισόδημα κατά τη συνταξιοδότηση. Το “κενό” στις εισφορές ανέρχεται σε τουλάχιστον 10% των αποδοχών για τους άνδρες μισθωτούς που αμείβονται με τον μέσο μισθό σε 17 από τις 41 χώρες, που καλύπτονται από σχετική μελέτη. Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο χάσμα από τους άνδρες σε 17 χώρες, ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο χάσμα από τους μισθωτούς σε 31 χώρες.

iefimerida.gr