“Τα πρόσφατα μέτρα που ανακοινώθηκαν για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους αποτελούν ένα πρώτο βήμα, δεν επαρκούν όμως για να αντιμετωπίσουν τη συσσωρευμένη οικονομική πίεση που βιώνει σήμερα το λιανεμπόριο”.
Αυτό τονίζει σε ανακοίνωσή του ο Εμπορικός Σύλλογος Βόλου, ο οποίος ζητά από την Πολιτεία τη θέσπιση μίας ενιαίας, βιώσιμης και ρεαλιστικής ρύθμισης 120 δόσεων για οφειλές προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, με ένταξη και των οφειλών που δημιουργήθηκαν τα έτη 2024, 2025 και 2026.
Αναλυτικά, σημειώνει: «Η κατάσταση στην αγορά παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις έχουν κληθεί τα τελευταία χρόνια να αντεπεξέλθουν σε διαδοχικές κρίσεις, σε αυξημένο λειτουργικό και ενεργειακό κόστος, σε περιορισμένη ρευστότητα, σε μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και σε συσσωρευμένες φορολογικές, ασφαλιστικές και τραπεζικές υποχρεώσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για πιο γενναίες και ουσιαστικές παρεμβάσεις είναι πλέον επιτακτική.
Η εξαγγελθείσα ρύθμιση των 72 δόσεων κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής για τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Πολλές εμπορικές επιχειρήσεις δεν έχουν οφειλές μόνο έως το τέλος του 2023, αλλά έχουν επιβαρυνθεί και κατά τα έτη 2024, 2025 και 2026, μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς οικονομικής πίεσης.
Με το σημερινό πλαίσιο, μια επιχείρηση που έχει δημιουργήσει οφειλές από το 2020 έως και σήμερα κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με περισσότερες από μία ρυθμίσεις, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να καλύπτει και τις τρέχουσες υποχρεώσεις της. Αυτό, στην πράξη, δεν δημιουργεί πραγματική δυνατότητα εξυγίανσης, αλλά τον κίνδυνο ενός νέου κύματος ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Ο Εμπορικός Σύλλογος Βόλου ζητά από την Πολιτεία τη θέσπιση μίας ενιαίας, βιώσιμης και ρεαλιστικής ρύθμισης 120 δόσεων για οφειλές προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, με ένταξη και των οφειλών που δημιουργήθηκαν τα έτη 2024, 2025 και 2026.
Παράλληλα, θεωρεί αναγκαία την ουσιαστική διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού, ώστε να μπορούν να ενταχθούν και πολύ μικρές επιχειρήσεις με οφειλές από 3.000 ευρώ και άνω.
Η μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας και του ελληνικού εμπορίου. Ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις που απασχολούν έως και έναν εργαζόμενο αποτελούν σημαντικό μέρος της πραγματικής αγοράς και δεν πρέπει να μένουν εκτός των διαθέσιμων εργαλείων ρύθμισης και στήριξης.
Οι επιχειρήσεις δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν έναν ρεαλιστικό τρόπο να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, να παραμείνουν ενεργές, να διατηρήσουν θέσεις εργασίας και να συνεχίσουν να στηρίζουν την τοπική οικονομία.
Η αγορά χρειάζεται λύσεις που να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ενιαία ρύθμιση 120 δόσεων και η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού δεν αποτελούν απλώς μέτρα διευκόλυνσης. Αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την επιβίωση χιλιάδων μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων».













