Η κρίση στη Μέση Ανατολή ανεβάζει το πετρέλαιο και επαναφέρει τα σενάρια νέας παρέμβασης – Στο τραπέζι επιδότηση στο diesel, νέα συμφωνία με τα διυλιστήρια – «Μαξιλάρι» 220-230 εκατ. ευρώ εφόσον χρειαστούν νέα μέτρα
Οι τιμές στα καύσιμα παίρνουν ξανά την ανηφόρα και η κυβέρνηση βάζει στο τραπέζι όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για να περιορίσει τις επιπτώσεις. Η νέα άνοδος του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή, αρχίζει ήδη να περνά στην ελληνική αγορά, με το πετρέλαιο κίνησης να προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία. Δεν επιβαρύνει μόνο τους οδηγούς, αλλά αυξάνει το κόστος μεταφορών, παραγωγής και διανομής προϊόντων, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός νέου κύματος ανατιμήσεων. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει όλα τα πιθανά σενάρια, από την επαναφορά της επιδότησης στο diesel έως νέα συμφωνία με τα διυλιστήρια για μεγαλύτερη μείωση των τιμών στην αντλία, εφόσον οι διεθνείς πιέσεις συνεχιστούν.
Η εκτίναξη του Brent σε υψηλά επτά εβδομάδων, εξαιτίας της αναταραχής στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, έχει ήδη ανατρέψει την εικόνα στην αγορά καυσίμων, εξανεμίζοντας ουσιαστικά το όφελος από την πρόσφατη πρωτοβουλία των διυλιστηρίων για μείωση των τιμών κατά 10 λεπτά το λίτρο μέχρι το τέλος Αυγούστου. Παράλληλα, για πρώτη φορά ύστερα από τέσσερις μήνες, η χονδρική τιμή του πετρελαίου κίνησης ξεπέρασε εκείνη της αμόλυβδης, εξέλιξη που θεωρείται προάγγελος νέων αυξήσεων στην αντλία τις επόμενες ημέρες.
Το σήμα για πιθανή νέα παρέμβαση έδωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι η προτεραιότητα είναι το πετρέλαιο κίνησης. «Θα δώσουμε έμφαση στο diesel, γιατί δεν επηρεάζει μόνο το κόστος κίνησης αλλά και το κόστος παραγωγής και μεταφοράς των προϊόντων», ανέφερε χαρακτηριστικά. Με διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο περίπου 220-230 εκατ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο λήψης νέων μέτρων, εφόσον η κατάσταση στις διεθνείς αγορές επιδεινωθεί.
Στο τραπέζι βρίσκονται ήδη όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για να περιοριστούν οι επιπτώσεις από τις νέες ανατιμήσεις. Τα βασικά σενάρια είναι:
1. Επαναφορά της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης, όπως είχε εφαρμοστεί το προηγούμενο διάστημα με ενίσχυση 15 λεπτών ανά λίτρο και δημοσιονομικό κόστος περίπου 46 εκατ. ευρώ.
2. Νέα συμφωνία με τα διυλιστήρια για μεγαλύτερη μείωση στις τιμές της βενζίνης και του diesel, εφόσον συνεχιστούν οι διεθνείς πιέσεις.
3. Παρακολούθηση της αγοράς και ενεργοποίηση πρόσθετων μέτρων μόνο εάν η ανοδική πορεία των διεθνών τιμών περάσει με μεγαλύτερη ένταση στην ελληνική αγορά.
Η εικόνα στις αντλίες αποτυπώνει ήδη την πίεση. Η μέση τιμή της αμόλυβδης διαμορφώνεται στα 1,98 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης στα 1,97 ευρώ. Σε 16 νομούς της χώρας η βενζίνη έχει ήδη ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται πάνω από το ίδιο όριο σε έξι νομούς, με τις Κυκλάδες να καταγράφουν τις υψηλότερες τιμές.
Παρά τις έντονες πιέσεις, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η αγορά εξακολουθεί να διαθέτει ορισμένες δικλείδες ασφαλείας. Η αυξημένη παραγωγή από χώρες εκτός Μέσης Ανατολής, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βραζιλία, η Βενεζουέλα και το Καζακστάν, σε συνδυασμό με τη διάθεση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου από τις χώρες-μέλη του Οργανισμού, συμβάλλουν στη συγκράτηση των μεγαλύτερων αναταράξεων στην αγορά αργού. Στη σταθεροποίηση της αγοράς συμβάλλει και η χαμηλότερη ζήτηση από την Κίνα σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Ωστόσο, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) προειδοποιεί ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Παρότι η προσφορά αργού πετρελαίου παραμένει επαρκής, η παραγωγή διυλισμένων προϊόντων δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό. Αυτό σημαίνει ότι οι αγορές της βενζίνης και κυρίως του diesel παραμένουν πιο ευάλωτες στις ανατιμήσεις, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στις αντλίες και, εφόσον χρειαστεί, νέας κυβερνητικής παρέμβασης.
Οι ανησυχίες επικεντρώνονται στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το οποίο έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία ως εναλλακτική θαλάσσια διαδρομή μεταφοράς πετρελαίου. Κάθε νέα διαταραχή στη ναυσιπλοΐα των δύο αυτών περασμάτων επηρεάζει την ομαλή τροφοδοσία των διεθνών αγορών και τροφοδοτεί νέες πιέσεις στις τιμές των καυσίμων.













