Διευκρινίσεις σχετικά με την εμπλοκή του στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δίνει με δημόσια δήλωσή του ο βουλευτής Μαγνησίας της Νέας Δημοκρατίας Χρήστος Μπουκώρος, απαντώντας στα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα. Ο κ. Μπουκώρος, αφού επισημαίνει ότι έλαβε γνώση της σχετικής δικογραφίας τα ξημερώματα, κάνει λόγο για «επιλεκτική και αποσπασματική» δημοσιοποίηση προφορικών συνομιλιών, η οποία –όπως υποστηρίζει– δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επικοινωνία που είχε το 2021 με τον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ αφορούσε «ηθικό, δίκαιο και αποδεδειγμένα νόμιμο αίτημα» ενός νεαρού ζευγαριού παραγωγών, το οποίο –όπως αναφέρει– είχε βρεθεί αιφνιδίως εκτός πληρωμών χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, αντιμετωπίζοντας ζήτημα επιβίωσης. Ο βουλευτής τονίζει ότι το συγκεκριμένο ζευγάρι λάμβανε κανονικά ενισχύσεις τα προηγούμενα χρόνια (2017–2020), ενώ συνεχίζει να πληρώνεται «νόμιμα και αδιάλειπτα» μέχρι σήμερα, για τον ίδιο αριθμό ζώων, χωρίς –όπως σημειώνει– να έχει προκύψει οποιοδήποτε αρνητικό εύρημα από τους ελέγχους. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η μεταφορά δίκαιων αιτημάτων πολιτών προς τη διοίκηση αποτελεί μέρος των κοινοβουλευτικών καθηκόντων, ιδίως όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση γραφειοκρατικών προβλημάτων. «Θα συνεχίσω να είμαι δίπλα στους παραγωγούς, ιδιαίτερα στους νέους αγρότες και κτηνοτρόφους που δοκιμάζονται σε δύσκολες συνθήκες», αναφέρει χαρακτηριστικά. Κλείνοντας, ο κ. Μπουκώρος δηλώνει ότι συνεχίζει «με καθαρή συνείδηση και το κεφάλι ψηλά», ενώ αφήνει αιχμές για τη μη δημοσιοποίηση –όπως υποστηρίζει– και άλλων αποσπασμάτων της συνομιλίας, τα οποία, κατά τον ίδιο, τεκμηριώνουν το θεμιτό των προθέσεών του. ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΔΗΛΩΣΗ Προκειμένου να μη δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις από τη δημοσιοποίηση επιλεκτικών καιαποσπασματικών προφορικών συνομιλιών και έχοντας λάβει γνώση της δικογραφίας σήμερα τα ξημερώματα, δηλώνω τα εξής: Η επικοινωνία μου με τον τότε (2021) πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ σχετίζονταν με το ηθικό, δίκαιο και αποδεδειγμένα από προγενέστερους και μεταγενέστερους ελέγχους, νόμιμο αίτημα νεαρού ζευγαριού, το οποίο ξαφνικά και αδικαιολόγητα το 2021 και χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση βρέθηκε εκτός πληρωμών με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει ζήτημα επιβίωσης. Το συγκεκριμένο ζευγάρι πληρώθηκε νομίμως το 2017, 2018, 2019, 2020 και συνεχίζει να πληρώνεται νόμιμα και αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, για ακριβώς τον ίδιο αριθμό ζώων και ενώ έχει ελεγχθεί πολλάκις χωρίς να υπάρχει κανένα απολύτως αρνητικό εύρημα στο σύνολο των ελέγχων. Πιστεύω βαθύτατα ότι υπάγεται στον πυρήνα των καθηκόντων του βουλευτή η μεταφορά δίκαιων και εύλογων αιτημάτων των πολιτών προς την κεντρική διοίκηση για την αντιμετώπιση γραφειοκρατικών προβλημάτων. Θα συνεχίσω να είμαι δίπλα στους παραγωγούς που είναι αναγκασμένοι να επιβιώνουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και ιδιαιτέρως στους νεαρούς αγρότες και κτηνοτρόφους που πλέον είναι ελάχιστοι στην ελληνική ύπαιθρο. Αυτό είναι καθήκον μου προς τους πολίτες και την πατρίδα. Με τη συνείδηση μου καθαρή και το κεφάλι ψηλά συνεχίζω την προσπάθεια για τον τόπο μας και τους συμπολίτες μας. ΥΓ: Υπάρχουν και άλλα αποσπάσματα της συνομιλίας που για ανεξήγητους λόγους δεν δημοσιοποιούνται και τεκμηριώνουν το θεμιτό των προθέσεων μου. ΟΨΟΜΕΘΑ.

Σάββατο, 4 Απριλίου, 2026 18:18
Τοπικά

Σκηνοθέτησε ριφιφί σε κατάστημα του Βόλου γιατί είχε έλλειμμα






Σκηνοθέτησε κλοπή με τη μέθοδο του ριφιφί προκειμένου να δικαιολογήσει το έλλειμμα που είχε σε αριθμό συσκευών κινητών τηλεφώνων στην εταιρεία όπου εργαζόταν. Ποινή φυλάκισης έντεκα μηνών με αναστολή τριετίας επέβαλε χθες το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου σε 44χρονο Βολιώτη πρώην υπεύθυνο εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, ο οποίος κατηγορούνταν για ψευδή παράσταση τελεσμένου αδικήματος και απιστία.

Η υπόθεση αφορούσε στην κλοπή με τη μέθοδο του ριφιφί που έγινε στις 26 προς 27 Νοεμβρίου 2014 σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας στον Βόλο. Η Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Βόλου είχε κληθεί τότε να επιληφθεί της κλοπής. Από τις προθήκες του καταστήματος απουσίαζαν 30 συσκευές κινητών τηλεφώνων αξίας περίπου 6.000 ευρώ. Οι ριφιφίδες είχαν ανοίξει τρύπα 40 εκατοστών σε τοίχο από την πίσω πλευρά του κτιρίου, στον ακάλυπτο.

Εντούτοις, η αστυνομική έρευνα δεν είχε οδηγήσει τότε τους αστυνομικούς στον δράστη και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο, ενώ η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας στράφηκε κατά του υπευθύνου του καταστήματος, του 44χρονου Βολιώτη, καθώς από τις καταστάσεις προέκυπτε ότι είχε έλλειμμα 30 συσκευών τηλεφώνων, όσα δηλαδή και τα κινητά τηλέφωνα που είχε δηλωθεί ότι είχαν κλαπεί, και τον απέλυσε.

Κατά την ακροαματική διαδικασία αποδείχτηκε ότι ο υπεύθυνος του καταστήματος είχε τοποθετήσει αντικείμενα αξίας στο μοναδικό σημείο του καταστήματος το οποίο δεν μπορούσε να παρακολουθεί η κάμερα που είχε εγκαταστήσει η εταιρεία, σε μέρος στην αποθήκη.

Μάλιστα, το απόγευμα της ίδιας της μέρας ο 44χρονος βρισκόταν στο κατάστημα και το εσωτερικό κύκλωμα παρακολούθησης τον κατέγραψε να μπαινοβγαίνει στην εταιρεία, ενώ το κατάστημα ήταν κλειστό.

«Δεν ξέρω γιατί πήρε τέτοια έκταση το θέμα. Άκουσα πολλά πυροτεχνήματα και από τις δύο πλευρές που δεν βοηθούν το δικαστήριο. Όμως, θα μπορούσε να είχε βρεθεί λύση, αν ο κατηγορούμενος είχε παραδεχτεί το λάθος» είπε αρχίζοντας την πρότασή του ο εισαγγελέας έδρας.

Ένας υπεύθυνος καταστήματος, συνέχισε περαιτέρω, γνωρίζει ότι τα πράγματα αξίας πρέπει να τα φυλάσσει. «Ο κατηγορούμενος ήξερε ότι το μόνο τρωτό σημείο που υπήρχε στο κατάστημα ήταν σε εκείνο το μέρος στην αποθήκη και ωστόσο έβαλε τα πράγματα εκεί. Προφανώς είχε κάποιο σκοπό.

Τι δουλειά είχε να βρίσκεται στο κατάστημα ενώ αυτό ήταν κλειστό και να μπαινοβγαίνει; Η κοινή λογική θα έφτανε να πει ότι σκηνοθέτησε τη διαδικασία», πρόσθεσε και ζήτησε την ενοχή του κατηγορουμένου, τονίζοντας ότι θα μπορούσε να είχε ζητήσει συγγνώμη και να είχε πληρώσει για το έλλειμμα, καθώς εργαζόταν και σε μία εταιρεία που έχει μεγάλο τζίρο εργασιών.

Νωρίτερα, απολογούμενος στο δικαστήριο, ο 44χρονος είπε ότι για κάποιο λόγο, το διάστημα πριν από την κλοπή είχε παραληφθεί από το κατάστημα μία μεγάλη παρτίδα με μη εμπορεύσιμα προϊόντα, τα οποία επρόκειτο να επιστραφούν στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας.

Είπε ότι αυτά τα προϊόντα τα είχε τοποθετήσει σε συγκεκριμένο σημείο στην αποθήκη ώστε να μη φαίνονται από την είσοδο του καταστήματος, παραδεχόμενος ότι ήταν αμέλειά του που στο σημείο αυτό δεν είχε οπτική επαφή η κάμερα.

Υποστήριξε ότι είχε καλέσει κούριερ για την επιστροφή μέρους της παρτίδας, ενώ το απόγευμα της επίμαχης μέρας βρισκόταν στο γραφείο παρότι αυτό ήταν κλειστό, για να φροντίσει την αποθήκη.

Για την επόμενη μέρα που διαπιστώθηκε η κλοπή, είπε ότι ειδοποίησε τον προϊστάμενο και εκείνος του ζήτησε να κάνει καταγγελία, υποδεικνύοντάς του και τον τρόπο που θα συμπλήρωνε την αίτηση. Τέλος, για το έλλειμμα που είχε, υποστήριξε ότι «μου φόρτωσαν αντίστοιχα email σε σχέση με τα τεμάχια των προϊόντων», και απέδωσε αυτή τη συμπεριφορά στις διαφορές που είχε με ανωτέρους του.