
Με την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας ολοκληρώθηκε η σημερινή ακροαματική διαδικασία στη δίκη για τη δολοφονία 52χρονης γυναίκας στη Λάρισα, τον Μάιο του 2025, με κατηγορούμενο τον 22χρονο γιο της για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και τον συνομήλικο ξάδερφό του για υπόθαλψη εγκληματία.
Η εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη των ισχυρισμών του βασικού κατηγορουμένου περί μη καταλογισμού ή μειωμένου καταλογισμού. Όπως ανέφερε, δεν προκύπτει ότι ο 22χρονος δεν είχε επίγνωση των πράξεών του, επισημαίνοντας ότι οι κινήσεις του μετά το έγκλημα δείχνουν μεθοδευμένη προσπάθεια συγκάλυψης. Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, ο κατηγορούμενος φέρεται να πέταξε προσωπικά αντικείμενα της μητέρας του και αρχικά ισχυρίστηκε στους αστυνομικούς ότι άγνωστοι ληστές είχαν εισβάλει στο σπίτι και τη σκότωσαν. Η εισαγγελέας τόνισε ότι αυτές οι ενέργειες καταδεικνύουν πλήρη αντίληψη των πράξεών του και προσπάθεια να παρουσιάσει την υπόθεση ως ληστεία.
Όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο, που κατηγορείται για υπόθαλψη εγκληματία, η εισαγγελέας ανέφερε ότι πείθεται πως αιφνιδιάστηκε όταν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί και ότι δέχθηκε απειλές από τον ξάδερφό του προκειμένου να τον βοηθήσει στη μεταφορά του πτώματος. Ωστόσο, σημείωσε ότι στη συνέχεια είχε το χρονικό περιθώριο να αποστασιοποιηθεί και να ενημερώσει τις αρχές, κάτι που δεν έκανε.
Το έγκλημα σημειώθηκε τα ξημερώματα της 12ης Μαΐου 2025 μέσα στο σπίτι όπου διέμεναν μητέρα και γιος στη Λάρισα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο 22χρονος σκότωσε τη μητέρα του καταφέροντάς της 26 μαχαιριές. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας προσπάθησε να απομακρύνει το πτώμα, τυλίγοντάς το σε χαλί και μεταφέροντάς το με τη βοήθεια του ξαδέρφου του.

Η απολογία
Στην απολογία του, ο βασικός κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν είχε συνείδηση των πράξεών του την ώρα του εγκλήματος. Όπως είπε στο δικαστήριο, το προηγούμενο βράδυ είχε βγει μόνος του και κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, ενώ λίγο πριν επιστρέψει στο σπίτι αγόρασε και κάπνισε για πρώτη φορά ένα τσιγάρο με την ουσία «μπονσάι», πιστεύοντας αρχικά ότι επρόκειτο για χασίς.
Όπως περιέγραψε, όταν επέστρεψε στο σπίτι η μητέρα του ετοιμαζόταν να φύγει για τη δουλειά και ακολούθησε έντονος καυγάς σχετικά με το ότι δεν εργαζόταν και ξόδευε χρήματα. «Ήμουν σαν σε άλλο κόσμο, σαν να βγήκε ένα θηρίο από μέσα μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, λέγοντας ότι δεν θυμάται ακριβώς τις αντιδράσεις της μητέρας του τη στιγμή της επίθεσης.
Ο 22χρονος δήλωσε ότι μετά το περιστατικό κατέρρευσε ψυχολογικά και άρχισε να καθαρίζει το σπίτι, ενώ αργότερα τηλεφώνησε στον ξάδερφό του ζητώντας του να τον βοηθήσει δήθεν να πετάξουν ένα χαλί. Παραδέχθηκε επίσης ότι τον απείλησε όταν εκείνος κατάλαβε τι είχε συμβεί και είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία.
«Έχω μετανιώσει πικρά. Την αγαπούσα τη μητέρα μου και με αγαπούσε. Δεν καταλάβαινα τι έκανα εκείνη τη στιγμή», ανέφερε κλείνοντας την απολογία του.
Από την πλευρά του, ο δεύτερος κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τί είχε συμβεί όταν πήγε στο σπίτι του ξαδέρφου του. Όπως κατέθεσε, αντιλήφθηκε την ύπαρξη πτώματος μόνο όταν είδε αίματα και το χαλί στον διάδρομο. Υποστήριξε ότι αντέδρασε έντονα και δήλωσε πως θα ειδοποιήσει την αστυνομία, ωστόσο φοβήθηκε όταν ο ξάδερφός του τον απείλησε ότι θα τον εμπλέξει στον φόνο.
Καταθέσεις μαρτύρων
Στην υπόθεση κατέθεσαν συνολικά 13 μάρτυρες, μεταξύ των οποίων γείτονες που αντιλήφθηκαν τις κινήσεις των δύο νεαρών, αστυνομικοί, συγγενείς των κατηγορουμένων, καθώς και πραγματογνώμονας ψυχίατρος.
Κάτοικοι της περιοχής κατέθεσαν ότι είδαν τους δύο νεαρούς να μεταφέρουν ένα τυλιγμένο χαλί από την πολυκατοικία προς τον δρόμο. Ορισμένοι ανέφεραν ότι παρατήρησαν κηλίδες αίματος στα σημεία όπου οι δύο άνδρες σταματούσαν για να ξεκουραστούν, ενώ ένας από τους μάρτυρες υποστήριξε ότι διέκρινε ακόμη και δάχτυλα ποδιού να προεξέχουν από το χαλί, γεγονός που τον οδήγησε να καλέσει αμέσως την αστυνομία.
Αστυνομικοί που έσπευσαν στο σημείο κατέθεσαν ότι οι δύο νεαροί επιτάχυναν τον βηματισμό τους μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία τους, ενώ το χαλί είχε ήδη αφεθεί λίγα μέτρα πιο πίσω. Όπως ανέφεραν, ο βασικός κατηγορούμενος αρχικά υποστήριξε ότι άγνωστοι είχαν ληστέψει το σπίτι και σκότωσαν τη μητέρα του, ωστόσο στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι ο ίδιος την είχε μαχαιρώσει μετά από καυγά.
Όσον αφορά στις καταθέσεις συγγενών: Η ετεροθαλής αδελφή του κατηγορούμενου ανέφερε ότι υπήρχαν συχνοί καυγάδες με τη μητέρα τους, κυρίως για οικονομικούς λόγους, ενώ αποκάλυψε ότι στο παρελθόν είχε υπάρξει περιστατικό κατά το οποίο ο 22χρονος προσπάθησε να τη στραγγαλίσει με μαξιλάρι. Ο πατέρας του κατηγορούμενου κατέθεσε ότι μέχρι το τέλος του λυκείου ο γιος του έμενε μαζι του και ήταν «από τα καλύτερα παιδιά», αλλά στη συνέχεια παρουσίασε αστάθεια στη ζωή του, άλλαζε συχνά δουλειές και είχε νοσηλευθεί για ψυχιατρικούς λόγους κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας.
Από την πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσαν συγγενείς που περιέγραψαν μια δύσκολη παιδική ηλικία για τον κατηγορούμενο, καθώς μεγάλωσε μακριά από τη μητέρα του και βίωνε έντονα την απουσία της.
Πραγματογνώμονας ψυχίατρος τέλος, ανέφερε ότι ο βασικός κατηγορούμενος παρουσιάζει προφίλ οριακής νοημοσύνης και σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας. Όπως εξήγησε στο δικαστήριο, πρόκειται για διαταραχή και όχι για συμπαγή ψυχική νόσο, ωστόσο εκτίμησε ότι πιθανή κατανάλωση αλκοόλ και ναρκωτικών θα μπορούσε να λειτουργήσει καταλυτικά στη συμπεριφορά του.
Η δίκη θα συνεχιστεί την Τρίτη 17 Μαρτίου στις 10:00, με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και την έκδοση της απόφασης.












