Στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου οδηγήθηκε σήμερα ένας 36χρονος άνδρας, ο οποίος συνελήφθη στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας, κατηγορούμενος για ενδοοικογενειακή απειλή κατ’ εξακολούθηση και ενδοοικογενειακή απόπειρα παράνομης βίας σε βάρος της πρώην συντρόφου του.
Το ζευγάρι διατηρούσε σχέση επί πέντε έτη, ωστόσο είχε διακόψει την κοινή του πορεία, με τη 42χρονη μητέρα –η οποία έχει παιδιά από προηγούμενο γάμο– να μετακομίζει τον περασμένο Αύγουστο σε άλλη οικία μαζί με τα ανήλικα τέκνα της. Σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν, κατά τη διάρκεια της σχέσης υπήρχαν συχνά ξεσπάσματα του κατηγορούμενου ακόμη και για ευτελείς αφορμές, όπως –ενδεικτικά– για τη θερμοκρασία του καφέ.
Το βράδυ της Παρασκευής ο 36χρονος φέρεται να άρχισε να αποστέλλει απειλητικά μηνύματα στη 42χρονη, αναφέροντας ότι αν δεν επέστρεφε σε εκείνον, θα προχωρούσε σε αυτοκτονία. Λίγο αργότερα, κατά τα όσα περιέγραψε η παθούσα ενώπιον του δικαστηρίου, άκουγε από το τηλέφωνο τον κατηγορούμενο να ανοίγει διαδοχικά καρτέλες υπνωτικών χαπιών.
Η γυναίκα ειδοποίησε άμεσα το νοσοκομείο και ο 36χρονος εντοπίστηκε σε ημιλυπόθυμη κατάσταση στον καναπέ της οικίας του. Με ασθενοφόρο του Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου για την παροχή πρώτων βοηθειών, ενώ η 42χρονη τον ακολούθησε με το όχημά του έως τα επείγοντα και στη συνέχεια μετέβη στο αστυνομικό τμήμα για να καταθέσει. Εκεί της παραχωρήθηκε η εφαρμογή Panic Button.
Αφού επέστρεψε στην οικία της, ο κατηγορούμενος, έχοντας ανακτήσει τις αισθήσεις του, άρχισε εκ νέου να την καλεί τηλεφωνικά και να την απειλεί. Η 42χρονη προσήλθε για δεύτερη φορά στο αστυνομικό τμήμα προκειμένου να δώσει συμπληρωματική κατάθεση, ενώ –όπως κατατέθηκε– δεχόταν απειλές ακόμη και παρουσία των αστυνομικών, οι οποίοι τη συνόδευσαν εκ νέου στο σπίτι της.
Περί τις 6 τα ξημερώματα, ο 36χρονος εντοπίστηκε έξω από τη μονοκατοικία της παθούσας, χτυπώντας τα κουδούνια. Η 42χρονη ενεργοποίησε το Panic Button και ειδοποίησε την αστυνομία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο άνδρας, σε κατάσταση έντονης διέγερσης, έσπασε τη γυάλινη τζαμαρία και την κεντρική είσοδο της οικίας και άρπαξε την πρώην σύντροφό του από την μπλούζα. Τη στιγμή εκείνη έφθασε στο σημείο περιπολικό και οι αστυνομικοί προχώρησαν στη σύλληψή του.
Η 42χρονη κατέθεσε εμφανώς ταραγμένη, υποστηρίζοντας ότι δεχόταν απειλές τόσο για την ίδια όσο και για τα μέλη της οικογένειάς της. «Θα μας σκότωνε, μας έσωσε η αστυνομία που ήρθε πολύ γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά ενώπιον της έδρας.
Όπως δήλωσε, ο ανήλικος γιος της, που βρισκόταν στο σπίτι κατά τη διάρκεια του περιστατικού, άρχισε να ηχογραφεί το βίαιο ξέσπασμα του κατηγορούμενου τη στιγμή που έσπαγε την τζαμαρία και την είσοδο της οικίας, ωστόσο φοβούμενος για τη ζωή του ανέβηκε στην ταράτσα για να κρυφτεί. Η ίδια ζήτησε την προστασία του δικαστηρίου.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι είναι χρόνιος χρήστης ουσιών, αρνήθηκε τις πράξεις που του αποδίδονται, πλην όμως παραδέχθηκε ότι προκάλεσε τις φθορές. «Έσπασα την τζαμαρία γιατί μου πήρε τα παιδιά και δεν με άφηνε να τα βλέπω. Εγώ τα μεγάλωσα πέντε με έξι χρόνια», υποστήριξε, προσθέτοντας ότι δεν άσκησε βία σε κανέναν και ότι οι καταγγελίες αποτελούν –κατά τον ίδιο– ψευδείς ισχυρισμούς.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 29 μηνών, χωρίς αναστολή και χωρίς δυνατότητα μετατροπής, ενώ η έφεση δεν έχει αναστέλλουσα δύναμη. Επιπλέον, επιβλήθηκε παρεπόμενη ποινή απαγόρευσης προσέγγισης της παθούσας και των μελών της οικογένειάς της σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων.













